από την Άρια Σωκράτους.

Η μετανάστευση στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού αποτελεί για κάποιους μαχαίρι στην καρδιά, ανείπωτη νοσταλγία και ένα τεράστια μεταστροφή στο πολιτισμικό σύστημα αξιών τους. Κάποιοι άλλοι όμως στην έννοια της μετανάστευσης αποδίδουν μια εντελώς διαφορετική χροιά καθώς την θεωρούν ως ευκαιρία προσωπικής και πνευματικής ανέλιξης, πληθώρα ευκαιριών και ένα μεγάλο βήμα. Για την Σταυρούλα Τσούτσα, καθηγήτρια φιλόλογο στο ελληνικό σχολείο του Αγίου Δημητρίου στην Αστόρια της Νέας Υόρκης, η μετανάστευση υπήρξε παρά τις όποιες δυσκολίες, μια έξοδος από τη “ζώνη του βολέματος”, η οποία την ώθησε να εξερευνήσει και να εκφράσει τις λογοτεχνικές της ανησυχίες, καθώς εκτός από την εκπαιδευτική της ιδιότητα, στον ελεύθερο της χρόνο γράφει διηγήματα τα οποία δημοσιεύονται σε μόνιμη στήλη που  διατηρεί  στην εφημερίδα “Εθνικός Κήρυκας” της Νέας Υόρκης.

1. Είστε φιλόλογος στο ελληνικό σχολείο του Αγίου Δημητρίου, ένα από τα μεγαλύτερα ελληνικά σχολεία της ομογένειας στη Νέα Υόρκη.  Ποιά είναι η ειδοποιός διαφορά να διδάσκει ένας φιλόλογος την ελληνική γλώσσα και παιδεία στην Ελλάδα από το να διδάσκει Ελληνόπουλα δεύτερης και τρίτης γενιάς στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού;
Υπάρχει μεγάλη διαφορά στο να διδάσκει κανείς Ελληνικά στην Ελλάδα και στην Αμερική και πρώτα από όλα στον τρόπο και στη μέθοδο διδασκαλίας.
Πέρα όμως από αυτό, νομίζω ότι η μεγάλη διαφορά είναι σε συναισθηματικό επίπεδο. Διδάσκοντας ελληνική γλώσσα και πολιτισμό σε Αμερικανούς μαθητές ελληνικής καταγωγής, ένιωσα πως επαναπροσδιορίζω το ρόλο μου, βρήκα καινούριο νόημα στη δουλειά μου. Με συγκινεί αφάνταστα η αγάπη των παιδιών αυτών για την Ελλάδα, ο πόθος τους να μάθουν ό,τι έχει σχέση με την πατρίδα των γονιών ή των παππούδων τους, η διάθεσή τους να διατηρήσουν στη ψυχή τους ζωντανό τον πολιτισμό της χώρας καταγωγής τους. Κάθε φορά που βλέπω στις εκδηλώσεις του σχολείου μας, τους μαθητές μου να παίζουν σε παραστάσεις στα Ελληνικά, να χορεύουν ελληνικούς χορούς, να μιλάνε μεταξύ τους για την Ελλάδα συγκινούμαι βαθιά. Νιώθω ότι εδώ στην Αστόρια, στον Άγιο Δημήτριο, χτυπάει κάθε μέρα η καρδιά της χώρας μου.

2. Πώς πήρατε την μεγάλη απόφαση αν φύγετε από την Ελλάδα και να εγκατασταθείτε στην Νέα Υόρκη;
Οι λόγοι ήταν κυρίως οικονομικοί. Ωστόσο υπήρχαν και άλλοι λόγοι για τους οποίους θεωρήσαμε ότι για την οικογένειά μας θα ήταν καλύτερα, αν ερχόμασταν εδώ. Για παράδειγμα, εγώ ήθελα να δώσω στα παιδιά μας τη δυνατότητα να ζήσουν σε ένα πολυπολιτισμικό περιβάλλον και να γνωρίσουν ένα διαφορετικό πολιτισμό.

3. Ποιες προκλήσεις και δυσκολίες αντιμετωπίσατε ως οικονομική μετανάστρια στις ΗΠΑ; Θα συμβουλεύατε κάποιον συμπατριώτη σας να κάνει κι εκείνος το μεγάλο βήμα;
Στην αρχή, η προσαρμογή μας ήταν πολύ δύσκολη για πολλούς λόγους, από τα πιο απλά μέχρι τα πιο δύσκολα, από τα οικονομικά μέχρι το να μάθουμε να κυκλοφορούμε. Το πιο δύσκολο που αντιμετώπισα ήταν η γνωριμία μου με τις κρίσεις πανικού.
Πιστεύω ωστόσο, ότι ο άνθρωπος πρέπει σε διάφορες στιγμές της ζωής του να βγαίνει από τη «ζώνη βολέματος» και να αντιμετωπίζει προκλήσεις που δεν είχε ποτέ φανταστεί. Αυτό τον ωριμάζει και του ανοίγει καινούριους ορίζοντες. Θα συμβούλευα, επομένως, το μεγάλο βήμα γενικά σε όσους είναι αποφασισμένοι να περάσουν πολύ δύσκολο και να αγωνιστούν σκληρά.

4. Αν η οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα βελτιωνόταν αισθητά θα γυρίζατε πίσω ή όχι;
Σε αυτή τη φάση της ζωής μου δε θέλω ακόμη να γυρίσω πίσω. Αργότερα δε ξέρω, προσπαθώ να μην κάνω πολύ μακροπρόθεσμα σχέδια. Θα ήθελα πάντως να ταξιδέψω και να ζήσω και σε άλλα μέρη.

5. Εκτός από την ιδιότητα του εκπαιδευτικού, διακρίνεστε και από μια μαγευτική λογοτεχνική πένα. Πρόσφατα τα διηγήματα σας δημοσιεύονται στην  εφημερίδα «Εθνικός Κήρυκας» της Νέας Υόρκης. Πότε και πώς προέκυψαν οι λογοτεχνικές σας ανησυχίες;
Αυτό ήταν ένα από τα δώρα που μου χάρισε η Αμερική. Πάντα διάβαζα πολύ λογοτεχνία, και αραιά και πού έγραφα. Εδώ όμως, άρχισα να γράφω συστηματικά, ίσως γιατί ένιωσα μεγαλύτερη την ανάγκη για επικοινωνία. Είναι αυτή η έξοδος από τη ζώνη βολέματος, μάλλον, που μου ξύπνησε την ανάγκη να εκφραστώ μέσα από ιστορίες. Το γράψιμο με βοηθάει να ξεφεύγω από τη ρουτίνα της καθημερινότητας και να ζω για λίγο στον κόσμο της φαντασίας. Κάθε φορά που γράφω μια ιστορία, μπαίνω σε αυτήν, ταυτίζομαι με τα πρόσωπα και αυτό με αναζωογονεί. Μάλιστα μερικές φορές άλλο ξεκινάω να γράψω και αλλού με πάνε οι ήρωες, καθώς παίρνουν μορφή, καθώς αποκτούν προσωπικότητα. Και χαίρομαι πολύ, όταν οι αναγνώστες μού γράφουν ότι συγκινήθηκαν ή ότι γέλασαν. Για μένα είναι πολύ όμορφο να νιώθεις και να μοιράζεσαι συναισθήματα.

6. Τα περισσότερα διηγήματα σας έχουν ως άξονα αναφοράς τη Νέα Υόρκη. Τι σας εμπνέει περισσότερο σε αυτή την πόλη;

Δεν υπάρχει κάτι που να μην με εμπνέει στη Νέα Υόρκη, λατρεύω να την περπατάω, να γνωρίζω τις γωνιές της, να γεμίζω με τις εικόνες της. Κάθε πρωί πηγαίνω στο σχολείο με τα πόδια και νομίζω ότι κάθε φορά ανακαλύπτω κάτι καινούριο που δεν το είχα προσέξει πριν. Μου αρέσει η διαφορετικότητα του κόσμου, οι ποικιλία των πολιτισμών που μοιράζονται αυτή την πόλη, η ζωή της, ο ρυθμός της, η τέχνη της, τα μνημεία της, όλα. Ακόμη και τα αρνητικά της με εμπνέουν, τα χρησιμοποιώ άλλωστε στα διηγήματά μου.

Please follow and like us:

Comments

comments