από την Μάρθα Πατλάκουτζα

Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μέρος δίπλα στη θάλασσα πέρασε το καλοκαίρι του ένα οχτάχρονο κορίτσι.

Ένας δυνατός σεισμός είχε διώξει την οικογένειά του από τη μεγάλη πόλη. Με τον τρόμο να σφίγγει την καρδιά του ο πατέρας οδήγησε το αυτοκίνητο μακριά από την τσιμεντούπολη. Σαν η βενζίνη τελείωσε φτάσανε σε ένα μέρος που είχε μόνο θάλασσα και έναν μώλο με έναν τεράστιο κυματοθραύστη. Έδεσε το παλιό φορτηγάκι τους στη μικρή αποθήκη που ανεφοδίαζε με πετρέλαιο τα καράβια.

Εκεί έστησαν την κρεβατοκάμαρά τους, την κουζίνα, το σαλόνι τους. Ξημέρωναν τη μέρα με το πρώτο φως του ήλιο και νύχτωναν με το φεγγάρι. Η μάνα μαγείρευε στη γκαζιέρα τα ψάρια που ψάρευε ο πατέρας και αν η ψαριά ήταν καλή, τα πουλούσε και έπαιρνε γάλα και ψωμί.

Ασάλευτο, παροπλισμένο το μπλε όχημα αντάμωνε κάθε είκοσι μέρες και ένα καράβι, σκουριασμένο, ξεβαμμένο που φόρτωνε είτε χαλίκι, είτε σιτάρι για τις χώρες της Μέσης Ανατολής.

Το κορίτσι όλη τη μέρα κυκλοφορούσε ξυπόλυτο. Το αρμυρίκι είχε γίνει ένα με το ηλιοκαμένο του δέρμα. Σκούρα μαλλιά, σκούρα μάτια, σταρένιο δέρμα. Στο βλέμμα κάποιων ήταν ένα γυφτάκι, ένα παρατημένο αλάνι. Φορούσε ένα κόκκινο βρακί με φρουφρού. Που χρήματα για μαγιό, καπέλα, σαγιονάρες και αντηλιακά.

Δεν υπήρχαν άλλα παιδιά για να παίξει. Όλη τη μέρα γυρνούσε πάνω στα βράχια με ένα καλάμι στα χέρια και έκανε φίλους της τα κύματα και τα καβουράκια που ξετρύπωναν για να φάνε τους σβώλους που έφτιαχνε με την ψίχα του ψωμιού της. Τα είχε δώσει και ονόματα: ο Μαυρουλής, ο Πιτσιλωτός, ο Ζωηρός, ο Ντροπαλός.

Το γνώριζαν καλά το κορίτσι. Σκαρφάλωναν πάνω στα πόδια της, στα χέρια της. Την κοιτούσαν με τα μικροσκοπικά τους μάτια και ακόνιζαν τις δαγκάνες τους σαν να τη χαιρετούσαν.

Τα μιλούσε και αυτά άκουγαν με σοβαρότητα. Έλεγε στα καβουράκια τα όνειρά της. Δεν τη διέκοψαν ποτέ.

Της έμαθαν, πως η σιωπή πλάθει τα μεγαλύτερα όνειρα.

Μιλούσε και με τους ναυτικούς, που απελπισμένα γύρευαν για μια ανθρώπινη κουβέντα και ας μην ήξερε τη γλώσσα τους. “Μύριαμ, Μύριαμ …” της φώναζαν. Τρίτονις το καράβι, από Σρι Λάνκα είχε έρθει.

Σαν έφευγε το κάθε καράβι, σφύριζε με τη μπουρού του δυνατά και το κορίτσι στην άκρη του μόλου του κουνούσε το χέρι “Καλό σου ταξίδι!! Να προσέχεις” φώναζε με όλη του την ψυχή. Ο αγέρας της μαστίγωνε το πρόσωπο και ο μαύρος βυθός της θάλασσας την καλούσε, έστελνε τα ατίθασα κύματα να ραπίσουν το κορμάκι του.

Όμως, αυτό δε φοβόταν. Εκεί στην άκρη τραμπαλιζόταν στον αγέρα και στη θάλασσα.

Ένιωθε τη ζωή σε κάθε της ανάσα. Ένιωθε πως άνηκε εκεί και ας ήταν ολομόναχη.”

Καληνύχτα μας. Καληνύχτα καβουράκια όλου του κόσμου.

 

Υ.Γ.

Το κείμενο είχε γραφτεί στις

29 του Γενάρη, ακριβώς πριν

τέσσερα χρόνια.

Please follow and like us:

Comments

comments