Από τη Νίτσα Μανωλά 

Συνέχεια…

«Εμένα μ’ έφεραν εδώ τρεις λέξεις», συνέχισα καθώς ένα δάκρυ τόλμησε να κάνει την εμφάνισή του στην άκρη του ματιού μου. 

«Θες να τις μοιραστείς μαζί μας;» με ρώτησε ήρεμα η Ελένη.

Υπήρξε κι εκείνη θύμα του αλκοολισμού. Είχε  περάσει όλα τα στάδια που περνούσαν τα παιδιά  μας.  Ήξερε πολύ καλά τι πάει να πει να είσαι εξαρτημένος από το ποτό. Την είχα ακούσει να λέει πως ήταν από τις τυχερές.  Κι αυτό γιατί είχε καταφέρει να πιάσει πάτο.  Αν δεν είχε φτάσει σε σημείο αθλιότητας, δε θα είχε παραδοθεί.

«Ντρέπομαι για σένα», ψέλλισα και το δωμάτιο και πάλι ησύχασε. «Έτσι μου είπε η Λένα μου.  Πως ντρέπεται για μένα.  Αυτό ίσως ήταν που με έκανε ν’ αφυπνιστώ και να δω την αλήθεια κατάματα». Δίπλα μου η Λένα με κοιτούσε ανέκφραστη.

«Ήταν πάνω σε έναν καβγά μας», συνέχισα, «Εκείνη με ένα μπουκάλι ουίσκι στο χέρι κι εγώ να προσπαθώ να της το πάρω.  Δε μου έχει συγχωρέσει το ότι δεν είχα τη δύναμη να βάλω ένα τέλος νωρίτερα.  Το ότι δεν μπόρεσα να ξεφύγω από τον Γιάννη. Το ότι δεν την προστάτευσα.  Αλλά θα πάρω την ιστορία από την αρχή για να καταλάβετε…»

Τους κοίταξα όλους με προσοχή.  Κανείς δεν πήρε τα μάτια του από πάνω  μου. Μερικοί είχαν σταυρώσει τα χέρια μπροστά στο στήθος, άλλοι τα είχαν ακουμπισμένα στις ποδιές τους, κάποιοι κουνούσαν  τα πόδια τους νευρικά.  Μα τα μάτια όλων ήταν στραμμένα σε μένα.  Ένιωσα εκείνη τη στιγμή σαν να είχα έναν προβολέα πάνω μου.  Σαν να βρισκόμουν σε ανάκριση. Έφερα το ποτήρι με το νερό στο στόμα, ήπια μια γουλιά και συνέχισα.

«Τα τελευταία χρόνια παλεύω με την αλήθεια.  Όπως οι περισσότεροι από εμάς.  Την καταχώνιασα βαθιά στον βυθό της καρδιάς και του μυαλού μου, απαγορεύοντάς της να δει το φως.  Δεν είχα  καμία απολύτως σημασία εγώ.  Προείχε το παιδί.  Μοναδικό μου μέλημα η φροντίδα της Λένας – της κόρης μου.  Μετά τον θάνατο του πατέρα της είχε αλλάξει τελείως η ζωή μας, καθώς και η συμπεριφορά της.  Είχε γίνει πιο επιθετική και πιο απαιτητική, σωστό αγρίμι.  Το ήρεμο και καλόβολο κορίτσι μου είχε αρχίσει να μεταμορφώνεται. Γνώριζα πολύ καλά πως πονούσε.  Πως βίωνε την απώλεια του πατέρα της με αυτόν τον τρόπο, μα το ίδιο συνέβαινε και με εμένα.  Δεν μπορούσα να καταλάβω πως αλλιώς το διαχειριζόμουν εγώ και αλλιώς εκείνη.  Οι καβγάδες μας είχαν γίνει συχνότεροι και οι εναλλαγές στον τρόπο που συμπεριφερόταν ήταν πλέον εμφανείς όχι μόνο σε εμένα, μα και στον φιλικό μας περίγυρο που είχε αρχίσει να μικραίνει.  Μέσα σε όλη αυτή την αναμπουμπούλα, αρκετούς μήνες μετά τον θάνατο του πατέρα της γνώρισα τον Γιάννη».

Στο άκουσμα του ονόματός του η Λένα τράβηξε το χέρι της από το δικό μου.  «Συγγνώμη…» ψέλλισα.  Ήξερα πως η αναβίωση της ιστορίας θα την πονούσε, μα ήταν κάτι που έπρεπε να γίνει.  Συνέχισα.

«Ήταν μικρότερος από εμένα.  Αρκετά μικρότερος.  Δε φάνηκε να τον ενοχλεί η διαφορά ηλικίας κι εμένα με είχε συνεπάρει το γεγονός πως περνούσε ακόμα η μπογιά μου, που ένας νεότερος από εμένα άντρας με έβρισκε επιθυμητή.  Ήμουν που ήμουν στα πρόθυρα της κατάθλιψης με τον θάνατο του Ηλία και με τη δικαιολογημένα αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά της Λένας, δεν ήθελα και πολύ.  Με πολιόρκησε και εγώ έπειτα από λίγο έπεσα σαν κάστρο που παραδίδεται στον εχθρό.  Είχε τον τρόπο του ο Γιάννης να με κάνει να αισθάνομαι βασίλισσα, άσχετα με το τι συνέβαινε τριγύρω μας.  Λίγο μετά τη γνωριμία μας, όντας άνεργος και μην έχοντας πού να μείνει, με έπεισε να ‘ρθει στο σπίτι για ένα διάστημα.  Ο έρωτας είναι τυφλός, λένε, κι εγώ είχα στραβωθεί ολοκληρωτικά. Δε σκέφτηκα τι αντίκτυπο θα είχε η δική μου νέα σχέση στη ζωή της Λένας.  Το μόνο που σκεφτόμουν ήταν οι πεταλουδίτσες που φτερούγιζαν σ’ όλο μου το κορμί, όταν σκεφτόμουν τον Γιάννη. Η  Λένα στραβομουτσούνιασε μόλις της το είπα, αλλά εγώ ήμουν ανένδοτη».

Την πρόταση που ακολούθησε την είπα δυνατά, αν και προοριζόταν μόνο για τον εαυτό μου.

«Είναι πολύ δυνατό υπνωτικό ο έρωτας.  Σου μουδιάζει τα κύτταρα και σταματάει τη σωστή λειτουργία του εγκεφάλου και της άρτιας σκέψης».

Έκανα μια παύση για να βάλω τις σκέψεις μου στη σειρά. Είχα δεχτεί να μιλήσω πρώτη, αν και δεν είχα παρόμοια εμπειρία.  Ήταν η πρώτη φορά που έπαιρνα μέρος σε μία «ομαδική εξομολόγηση».  Έτσι την είχε ονομάσει ο ψυχολόγος της Λένας,  όταν μου πρότεινε να δοκιμάσω να μοιραστώ την εμπειρία μου και με άλλους γονείς που περνούσαν τα ίδια ή ίσως και χειρότερα από εμένα.

«Όταν μοιράζεσαι το βάρος ελαφραίνει», μου είχε πει και εγώ τον πίστεψα, τον εμπιστεύτηκα, δέχτηκα την πρότασή του να δοκιμάσω και να με  εδώ σήμερα να γίνομαι άλλο ένα σημείο του κύκλου.

Άλλωστε δεν είχα και πολλές επιλογές εδώ που είχαν φτάσει τα πράγματα.  Έπρεπε να βρω έναν τρόπο να αμυνθώ και να προστατεύσω όχι μόνο τη Λένα  μα  και εμένα την ίδια από το αδηφάγο τέρας που μας είχε πλαισιώσει και κατασπάραζε αχόρταγα τις ζωές μας.  Συνέχισα με τον  ίδιο υποτονικό τόνο που είχα και πριν.  Δεν ένιωθα μίσος.  Δεν ένιωθα θυμό πλέον.  Είχα ξεπεράσει αυτές τις εναλλαγές των συναισθημάτων.  Το μόνο που ένιωθα τώρα ήταν τύψεις.  Τύψεις και απογοήτευση από  τον ίδιο μου τον εαυτό.

«Ο Γιάννης την έπιασε με το καλό από την αρχή της γνωριμίας τους, ήταν και πιο κοντά στην ηλικία της, δεν ήθελε πολύ, έκανε πίσω.  Στην αρχή όλα φαίνονταν να είναι εντάξει και το εγχείρημα «συγκατοίκηση», αν και είχε τα σκαμπανεβάσματά του, φαινόταν να πηγαίνει καλά.  Εγώ έπλεα σε πελάγη ευτυχίας που είχα καταφέρει να έχω τον Γιάννη και όλα τα άλλα ήταν απλά λεπτομέρειες που με τον καιρό θα έβρισκαν τον δρόμο τους.   Είχε αρχίσει να γίνεται σχέση εξάρτησης. Τον είχα ανάγκη.  Ήταν το στήριγμα που έψαχνα μετά τον θάνατο του πατέρα της Λένας.  Δεν μπορούσα να διανοηθώ πως θα έμενα μόνη ακόμη μια φορά.  Δεν είχα τη δύναμη να αντέξω τη μοναξιά.  Συνέχισα να δουλεύω για να συντηρώ και εκείνον, που ακόμα ήταν άνεργος, και τη Λένα.  Το γεγονός ότι δεν είχε δουλειά το έριχνε στην κρίση.  Έλειπα πολλές ώρες απ’ το σπίτι και άργησα να αντιληφθώ το τι πραγματικά γινόταν…»

Κούνησα το κεφάλι πέρα δώθε σαν να ήθελα ν’ αποτινάξω όλες τις σκέψεις που έρχονταν. Όσο πλησίαζα στο κυρίως μέρος της ιστορίας της ζωής μας, τόσο ανακατευόταν το στομάχι μου.  Οι δέκα άνθρωποι που βρίσκονταν εκτός από εμένα στο δωμάτιο, συνέχιζαν να με κοιτούν, άλλοι με μάτια κενά και άλλοι με οίκτο.

«Τον πίστεψα γιατί ήθελα να τον πιστέψω.  Είχα ανάγκη να πιστέψω όλα όσα μου έλεγε.  Γυρνούσα στο σπίτι κουρασμένη από τη δουλειά κι εκείνος αραγμένος στον καναπέ με τα πόδια πάνω στο τραπέζι και ένα ποτήρι ουίσκι στο χέρι με περίμενε.  Έπινε ένα δυο ποτηράκια, έτσι για να χαλαρώσει από το στρες που του δημιουργούσε το γεγονός πως δεν έβρισκε δουλειά, αυτό μου έλεγε.  Αργότερα, όταν πια ήταν αργά για να κάνω πίσω, τα δυο έγιναν τρία και τέσσερα και πέντε.  Τον έβρισκα σε κατάσταση ημι-μέθης, μα και αυτό το προσπερνούσα, αφού τότε με αποζητούσε περισσότερο».

Συνεχίζεται…

Please follow and like us:

Comments

comments