Από την Ισμήνη Χαρίλα 

«Ο συγγραφέας άφησε τρέμοντας το γράμμα να πέσει από τα χέρια του. Έπειτα σκέφτηκε πολύ. Στο μυαλό του ερχόταν συγκεχυμένα η ανάμνηση ενός κοριτσιού της γειτονιάς του και μιας κοπέλας, μιας γυναίκας που είχε συναντήσει σε κάποιο νυχτερινό κέντρο. Όμως αυτή η ανάμνηση έμενε ακαθόριστη, σαν μια πέτρα που λάμπει και τρέμει στο βάθος του νερού, χωρίς να μπορεί κανείς να προσδιορίσει το σχήμα της».

Πόσο εύκολο είναι για έναν άνθρωπο και δη έναν άνδρα να θυμηθεί ένα πρόσωπο που πέρασε κάποτε από τη ζωή του, αλλά εκείνος αδιαφόρησε για όλα τα σημάδια;

Στη γνωστή νουβέλα «Το γράμμα μιας άγνωστης», που δημοσιεύτηκε το 1922 και επανακυκλοφόρησε φέτος στα ελληνικά από την Εμπειρία Εκδοτική, σε μετάφραση του Φρίξου Ηλιάδη και με προλεγόμενα του Δημήτρη Κωνσταντάρα, ο αυστριακός συγγραφέας Στέφαν Τσβάιχ θέτει και απαντά ταυτόχρονα το παραπάνω ερώτημα.

Το έργο αφορά την ερωτική εξομολόγηση μιας γυναίκας μέσω μιας δωδεκασέλιδης επιστολής. Βήμα – βήμα, μια ανώνυμη κοπέλα – είκοσι εννέα ετών – αποκαλύπτει στον άνδρα, που απετέλεσε τον πυρήνα της ζωής της, το πάθος της για εκείνον.

Ορφανή από πατέρα και μεγαλώνοντας στο πλάι μιας μητέρας – με την οποία δεν υπήρχε ουσιαστικά κανένας κώδικας επικοινωνίας, καθώς εκείνη ήταν αρχικά βυθισμένη στο πένθος για τον πρώτο της σύζυγο και μετέπειτα καθοδηγούμενη από τις τύψεις της για τον δεύτερο γάμο της – η ηρωίδα γνώρισε τον αγαπημένο της όταν ήταν δεκατριών ετών.

Στην ηλικία της εφηβείας, άπειρη και πλημμυρισμένη από την ένδεια αγαθών και συναισθημάτων, θαμπώθηκε από τον εικοσιπεντάχρονο διάσημο συγγραφέα που μετακόμισε στο διπλανό διαμέρισμα. Ένα βλέμμα αρκούσε για να τη μαγέψει και να την κρατήσει δέσμια εφ’ όρου ζωής.

Το πεπρωμένο τους χώρισε και τους ξαναένωσε τρεις φορές, χαρίζοντας τους τέσσερις νύχτες και ένα παιδί για το οποίο εκείνος δεν έμαθε παρά μέσω της επιστολής που του γνωστοποίησε όχι μόνο τη γέννηση, αλλά και τον θάνατό του ίδιου και της μητέρας του.

Ο Τσβάιχ – με το συνοπτικό αυτό κείμενο – παρουσιάζει ένα ετερώνυμο δίδυμο. Από τη μια πλευρά είναι ο ανδροπρεπής κοσμοπολίτης, το ίνδαλμα και το όνειρο κάθε γυναίκας, που συμπληρώνει πληθώρα θετικών στοιχείων: εξυπνάδα, κομψότητα, αριστοκρατικότητα, φινέτσα, φήμη. Είναι ο ιδανικός και απόλυτος εραστής που ανήκει σε όλες τις γυναίκες, απαρνείται την αφοσίωση στη μία και μοναδική και αρέσκεται να τον αγαπούν, αλλά όχι να αγαπά.

Στον αντίποδα στέκεται η πρωταγωνίστρια της ιστορίας. Το κορίτσι που μεγαλώνει, ωριμάζει, αλλά παραμένει μονίμως παραδομένο σε εκείνον. Του αφιερώνεται ολοκληρωτικά, παρακολουθεί διακριτικά κάθε του κίνηση, γίνεται η σκιά του, δίχως να ζητά τίποτα, δίχως να μαρτυρά την παρουσία της και την ταυτότητά της.

Ο έρωτάς της την καθορίζει, της γνωρίζει τον εξευτελισμό, την οδηγεί στον δρόμο των εταίρων, όμως ούτε για μια στιγμή δεν την πείθει να υποχωρήσει.

Ο Τσβάιχ εμβαθύνει εντέχνως στην ψυχοσύνθεση αυτής της γυναίκας, που δεν είναι εντέλει ούτε αφελής, ούτε μικροπρεπής, αλλά συνειδητά παραδομένη στη ματαιότητα του πάθους της.

«Ήθελα να είμαι η μόνη απ’ όλες τις γυναίκες σου που να τη σκέφτεσαι με αγάπη, με ευγνωμοσύνη. Στην πραγματικότητα όμως ποτέ δεν με σκέφτηκες, με ξέχασες!» ομολογεί.

Αρνείται κάθε πιθανότητα ευτυχίας, κάθε προοπτικής αγάπης από τρίτους, προσφέρει το κορμί της, αλλά ποτέ την ψυχή της.

Στο σημείο αυτό λοιπόν προκύπτει και το ερώτημα εάν θα μπορούσαν να διακριθούν στοιχεία του συνδρόμου της Ηλέκτρας και εάν η απουσία του πατρικού προτύπου ωθεί την άγνωστη στην εμπλοκή μιας ανέφικτης σχέσης και της παράλληλης απόκρυψης του ονόματός της που θα μπορούσε να καταστρέψει το όραμά της.

Ο Τσβάιχ υπερβαίνει τα όρια μιας απλής ερωτικής διήγησης, παρασύρει τον αναγνώστη στον μυστηριώδη και πολυσήμαντο κόσμο των συναισθημάτων και παρόλη την ανδρική οπτική του, αποδομεί το είδωλο του ανάλγητου εραστή, αναδεικνύει τον πόνο μιας ετοιμοθάνατης μητέρας που έχασε το παιδί της και συγκρατεί τα όρια της συγκινησιακής φόρτισης ώστε να μην εκπέσει το κείμενο στην  κατηγορία ενός λαϊκίστικου δακρύβρεχτου αφηγήματος.

Σημαντικό δε είναι το γεγονός ότι η πλοκή τοποθετείται χρονικά στις αρχές του 19ου αιώνα στη Βιέννη, μια εποχή δηλαδή που οι άνδρες δεν θεωρούσαν τις εκπροσώπους του αντιθέτου φύλου ισάξιες και ικανές να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους και τις επιλογές τους.

Έστω επομένως και εάν οι αναλυτές δεν κατατάσσουν το συγκεκριμένο πόνημα στο ίδιο επίπεδο με το σημαντικότερο έργο του, το «Αμόκ», εντούτοις ο Τσβάιχ κερδίζει ένα δύσκολο στοίχημα, αφού κατορθώνει να αποσυνθέσει την επιφανειακή και εφήμερη έννοια της οντότητας και να αναδείξει την πραγματική υπόσταση των ηρώων του.

Please follow and like us:

Comments

comments