Γράφει ο Ερμής:

Ενώ φυτεύω στον κήπο μια τριανταφυλλιά, θυμάμαι ξαφνικά την ιστορία του ρόδου, που μας διηγήθηκε προχθές ο Ζέφυρος.

«Κάποτε ένα αγόρι αγάπησε μια κοπέλα και της έδωσε ένα ρόδο, που εκείνη φύλαξε σ’ ένα βιβλίο.

Τα χρόνια πέρασαν και ο έρωτας των δυο νέων μετουσιώθηκε σε μια βαθειά αγάπη που τους χάρισε ευδαιμονία,  υπέροχες αναμνήσεις και μια μεγάλη οικογένεια.

Όταν ήρθε το τέλος των δυο πλέον ηλικιωμένων, όλοι έκλαψαν, εκτός από το μικρό ρόδο που ήταν κρυμμένο στις σελίδες του βιβλίου.

«Εγώ τους ένωσα», σκεφτόταν «και είμαι χαρούμενο που έζησαν τόσο ευτυχισμένοι. Μακάρι να μπορούσα να το ξανακάνω».

Η ευχή του ήταν αληθινή και η Μοίρα, δίνοντας του τη δεύτερη ευκαιρία που αποζητούσε, το έστειλε από το σπίτι του ζεύγους στα ράφια ενός παλαιοπωλείου.

Κανείς δεν είχε ανακαλύψει την ύπαρξή του, μέχρι τη στιγμή που ένας υπάλληλος ανέλαβε να ταξινομήσει το καινούργιο εμπόρευμα και ξεφύλλισε το βιβλίο. Το ρόδο όμως του ήταν τόσο αδιάφορο, που το πέταξε από το ανοιχτό παράθυρο στο πεζοδρόμιο, όπου το βρήκε ένα περιστέρι. Πεινασμένο, καθώς ήταν, το τσίμπησε με τη μυτούλα του, προσπαθώντας να το φάει, αλλά γρήγορα κατάλαβε ότι δεν ήταν κατάλληλη τροφή για εκείνο.

Πάντως κατά έναν περίεργο τρόπο δεν το άφησε στον δρόμο, αλλά το σήκωσε με το ράμφος του, πέταξε μακριά μέχρι την ακροθαλασσιά και το ακούμπησε επάνω σε έναν βράχο.

Το ρόδο ένιωθε κουρασμένο, αλλά το ταξίδι του δεν είχε τελειώσει ακόμα.

Την επόμενη ημέρα βρέθηκε στο καλάθι ενός ξυλουργού που μάζευε από την ακρογιαλιά βότσαλα και κοχύλια και διακοσμούσε με αυτά διάφορα κουτιά που τα πουλούσε στο παζάρι.

Το μικρό ρόδο λοιπόν τοποθετήθηκε ανάμεσα σε δυο τζάμια και στόλισε το καπάκι μιας κοσμηματοθήκης. Ήταν πολύ όμορφο μέσα στη θήκη του και αρκετοί πελάτες θέλησαν να το αγοράσουν, όταν ο έμπορος το μετέφερε στον πάγκο του στην αγορά, αλλά η υψηλή τιμή του τους απέτρεψε όλους.

«Αν δεν με αποκτήσει κανείς, πώς θα καταφέρω να χαρίσω ξανά την αγάπη;» αναρωτιόταν το ρόδο και η Μοίρα που παρακολουθούσε την πορεία του, έστειλε μπροστά του έναν νεαρό ερωτευμένο, που έπεισε τον ξυλουργό να μειώσει την τιμή και να του το πουλήσει.

«Αυτός είναι ο εκλεκτός», σκεφτόταν το ρόδο.

«Είναι τόσο προσεγμένη αυτή η κοσμηματοθήκη, που σίγουρα θα της αρέσει», αναλογιζόταν με τη σειρά του ο νέος που ακόμη δεν είχε τολμήσει να ομολογήσει τον έρωτά του. «Αν χαρεί, θα της μιλήσω», αποφάσισε, αλλά η αγαπημένη του έδειξε ξεκάθαρα την απογοήτευσή της από το δώρο, που στα μάτια της φάνταζε υπερβολικά ασήμαντο και ο νέος έφυγε αμίλητος, μην αποκαλύπτοντας το μυστικό του.

Το ρόδο ήταν θλιμμένο, αλλά τότε κατάλαβε ότι δεν θα μπορούσε ποτέ ξανά να προσφέρει την ευτυχία, απλούστατα γιατί ήταν η ανάμνηση μιας αγάπης που πλέον είχε χαθεί μαζί με την πνοή του».

 

Συνταγή της Αμβροσίας: Γλυκά δωράκια

Υλικά:

10 μικρά φύλλα στρογγυλής σφολιάτας

Για την κρέμα:

½ λίτρο γάλα

1 κούπα ζάχαρη

2 κρόκους αυγών

2 κουταλιές βούτυρο

Λίγη βανίλια

1 ποτήρι του κρασιού ψιλό σιμιγδάλι

 

Εκτέλεση:

Ετοιμάζουμε την κρέμα:

Τοποθετούμε όλα τα υλικά σε μια κατσαρόλα και τα βράζουμε, ανακατεύοντας διαρκώς και προσέχοντας να μην πήξει η κρέμα.

Δίνουμε στις σφολιάτες το σχήμα μπολ και τις ψήνουμε. Τις αφήνουμε να κρυώσουν και τις γεμίζουμε με την κρέμα. Στολίζουμε με σαντιγί, τριμμένο φιστίκι Αιγίνης, φύλλα σοκολάτας και ένα μαρασκίνο.

Please follow and like us:

Comments

comments