Από την Ισμήνη Χαρίλα

Το 1994 δημοσιεύτηκε το έργο της Ιζαμπέλ Αλιέντε «Πάουλα», που κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Ωκεανίδα και σε μετάφραση της Κλαίτης Σωτηριάδου.

Το βιβλίο αυτό δεν είναι προϊόν μυθοπλασίας, αλλά η αυτοβιογραφική αφήγηση της συγγραφέως προς την κόρη της, την Πάουλα, που βρισκόταν σε κώμα σε ένα νοσοκομείο της Μαδρίτης.

«Μέχρι τώρα δεν μοιράστηκα το παρελθόν μου, είναι ο τελευταίος κήπος μου, εκεί όπου κι ο περίεργος εραστής δεν έχει μπει ποτέ. Πάρε το Πάουλα, ίσως σε βοηθήσει σε κάτι, γιατί πιστεύω πως το δικό σου δεν υπάρχει πια, το έχασες μέσα σε τούτο τον βαθύ ύπνο και κανείς δεν μπορεί να ζήσει χωρίς αναμνήσεις», γράφει η Αλιέντε και ξετυλίγει το νήμα της ζωής της, προσπαθώντας και  η ίδια να αντέξει τη σκληρότερη δοκιμασία που βιώνει κάθε μητέρα, όταν βλέπει το παιδί της να αργοπεθαίνει.

Το έργο χωρίζεται σε δυο μέρη. Το πρώτο αφορά την περίοδο από τον Δεκέμβριο του 1991 έως τον Μάιο του 1992, που η Πάουλα αρρώστησε από πορφύρα και έπεσε σε κώμα, ενώ το δεύτερο μέρος εξελίσσεται από τον Μάιο του 1992 έως τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, την εποχή δηλαδή που η μητέρα της την μετέφερε στο σπίτι της στην Καλιφόρνια, όπου και άφησε την τελευταία της πνοή.

Η εξιστόρηση εναλλάσσεται μεταξύ των συμβάντων κατά την ασθένεια της Πάουλας και των σημαντικότερων γεγονότων που διαδραματίστηκαν στη ζωή της Αλιέντε και της οικογένειάς της.

Με γρήγορο ρυθμό και δίχως απόπειρα ωραιοποίησης, η δημιουργός εξομολογείται όλα όσα την καθόρισαν ως άνθρωπο: την αντισυμβατική παιδική ηλικία της, το διαζύγιο των γονιών της, τον δεύτερο γάμο της μητέρας της και την ιδιαίτερη σχέση της με τους παππούδες της.

Λέξη προς λέξη, το χθες μπερδεύεται με το σήμερα και ο χαρακτήρας της συγγραφέως αποκαλύπτεται, χωρίς να αποτελεί πλέον μυστήριο, καθώς ξεδιπλώνει κάθε πτυχή της προσωπικότητάς της.

Ο αναγνώστης διαβάζει για τους μεγάλους της έρωτες, τους γάμους της, τη γέννηση των παιδιών της, την επαγγελματική δημοσιογραφική σταδιοδρομία της, την αρχή της λογοτεχνικής της πορείας και τις μορφές που προσωποποίησαν τους ήρωες των βιβλίων της.

«Το γράψιμο είναι μια μακρόχρονη αυτοπαρατήρηση, είναι ένα ταξίδι προς τις πιο σκοτεινές σπηλιές της συνείδησης, ένας αργός διαλογισμός. Γράφω στα τυφλά μέσα στη σιωπή και στο δρόμο ανακαλύπτω μόρια αλήθειας, μικρά κρύσταλλα που χωράνε στην παλάμη ενός χεριού και δικαιώνουν το πέρασμά μου από τούτο τον κόσμο», σχολιάζει και εξηγεί ότι ξεκινά όλα τα μυθιστορήματά της στις 8 Ιανουαρίου, γιατί είναι η ημερομηνία που άρχισε το πρώτο της βιβλίο, «Το σπίτι των Πνευμάτων».

Η γραφή στο «Πάουλα» λοιπόν γίνεται συνώνυμη της φυγής και της λύτρωσης και η αγωνία της μάνας, που ελπίζει στο θαύμα της ίασης, παραχωρεί σταδιακά τη θέση της στον πόνο της αποδοχής του θανάτου.

Παρόλη πάντως τη συγκινησιακή φόρτιση, η Αλιέντε δεν αμελεί τα βασικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν τα έργα της και ενώ καταγράφει τις εμπειρίες της από τις διάφορες χώρες όπου έζησε – αρχικά με τον διπλωμάτη πατριό της και μετέπειτα εξαιτίας της πολιτικής κατάστασης της πατρίδας της – μεταφέρει ταυτόχρονα και το ιστορικό, κοινωνικό και οικονομικό πλαίσιο της εποχής, όπως τις συγκρούσεις στη Διώρυγα του Σουέζ, την Προεδρία του θείου της, του Σαλβαδόρ Αλιέντε, το πραξικόπημα του Πινοσέτ, τη γνωριμία της με τον Πάμπλο Νερούδα και πολλά άλλα.

Αν θέλαμε επομένως να συνοψίσουμε το συγκεκριμένο πόνημα, θα αναφέραμε ότι είναι μια αναδρομή, μια εξομολόγηση, ένα στήριγμα σε μια δύσκολη στιγμή.

Ένας ανθρώπινος και επίπονος αποχαιρετισμός μιας μητέρας προς την κόρη της.

Please follow and like us:

Comments

comments