Από τον Εμμανουήλ Μοράρη 

Όταν η επιθυμία για ένα αδύνατο σώμα γίνεται εμμονή τότε μπορεί να οδηγήσει ακόμα και στο θάνατο! Μην παίζετε…με το φαγητό!

Το πρόβλημα της Διαταραχής Πρόσληψης Τροφής (ΔΠΤ) ταλαιπωρεί εκατομμύρια ανθρώπους σε όλον τον κόσμο. Οι δυο Βασικές Διαταραχές Πρόσληψης Τροφής είναι η Ανορεξία και η Βουλιμία.

Η ψυχογενής ανορεξία είναι διαταραχή η οποία χαρακτηρίζεται από εκούσια απώλεια σωματικού βάρους, προκαλούμενη ή/και συντηρούμενη από τον ίδιο τον ασθενή. Το άτομο έχει διαρκώς την εντύπωση πως πρέπει να χάσει κιλά και κάνει το οτιδήποτε για να το επιτύχει.Έγινε επίσημη κλινική ενότητα το 1873 από τον Lesegue στην Γαλλία υπό τον όρο «anorexe nysterique» και από τον Gil στην Αγγλία με την ονομασία «anorexia nervosa».

Θα μπορούσε κανείς να την αποκαλέσει μάστιγα της εποχής. H ψυχογενής ανορεξία είναι το τρίτο συχνότερο χρόνιο νόσημα της εφηβικής ηλικίας στις γυναίκες και η συχνότητά της υπολογίζεται στο 0,5-3% όλων των εφήβων.Παρότι αφορά στην εφηβική και τη μετεφηβική ηλικία κυρίως (μεταξύ 15 και 24 ετών), σπανιότερα μπορεί να εμφανιστεί μετά την ηλικία των 40 ετών και με αυξανόμενη συχνότητα σε μικρότερα παιδιά.

Η διαταραχή αυτή ξεκινά συχνά με δίαιτα, αν και το άτομο έχει φυσιολογικό βάρος ή λίγο περισσότερο. Αν και χάνει βάρος, το άτομο υποβάλλεται σε όλο και πιο εξαντλητικές δίαιτες, περνώντας ακόμα και τα όρια του χαμηλότερου ανεκτού βάρους για το σωματότυπό του. Πιστεύει ωστόσο ότι πρέπει να χάσει κι άλλο βάρος. Μετρά συνεχώς τις θερμίδες που καταναλώνει και υπολογίζει τι έχει φάει. Αν και αισθάνεται πείνα, δεν τρώει, φοβούμενο μήπως παχύνει. Αυτός ο φόβος είναι και το βασικό χαρακτηριστικό της διαταραχής, καθώς φτάνει σε υπερβολικά επίπεδα, χωρίς μάλιστα το άτομο να μπορεί να τον ερμηνεύσει. Καταλήγει να παρουσιάσει συχνά ακόμα και συμπτώματα παρανοϊκού τύπου σε σχέση με την τροφή, όπως σκέψεις ότι οι άλλοι προσπαθούν να το παχύνουν ακόμα και με ενέσεις όταν κοιμάται. Ο συγκεκριμένος φόβος έχει βέβαια συχνά κάποια βάση πραγματικότητας. Οι άλλοι όντως θέλουν να τρώει, αλλά αυτό αντιδρά με πείσμα και φόβο. Πάσχει από μία σοβαρή διαστροφή σε σχέση με την εικόνα του σώματος, σε συνειδητό και ασυνείδητο επίπεδο. Πιστεύει ότι είναι παχύ, αν και είναι πολύ αδύνατο έως και καχεκτικό. Κάνει συχνά και έντονη γυμναστική.

Υπάρχει ευρύ φάσμα ως προς τη σοβαρότητα της διαταραχής. Κάποιοι ασθενείς είναι απλά πολύ αδύνατοι ενώ άλλοι φτάνουν να δείχνουν σαν «ζωντανοί σκελετοί». Ίσως να φτάσουν και ως την απειλή θανάτου. Σε τόσο ακραίες περιπτώσεις απαιτείται και νοσηλεία σε νοσοκομείο. Τα άτομα αυτά σπάνια αναζητούν από μόνα τους θεραπεία ή βοήθεια. Κάποιοι από το άμεσο περιβάλλον τους, τους αναγκάζουν να αποτανθούν σε ειδικευμένες ψυχιατρικές δομές. Ακόμα και εκεί όμως δείχνουν μεγάλη αντίσταση και δεν είναι συνεργάσιμοι, συχνά γιατί φοβούνται ότι θέλουν να τους παχύνουν. Η διαταραχή μπορεί να εμφανίζεται κατά επεισόδια στη ζωή του ατόμου σε διάφορες φάσεις της ζωής του. Μπορεί όμως να είναι και συνεχής, μέχρι και το τέλος της ζωής του.

Η αιτιοπαθογένεια των διαταραχών πρόσληψης τροφής είναι πολυπαραγοντική. Ατομικοί, ψυχολογικοί αλλά και οργανικοί παράγοντες συμμετέχουν στη γένεσή τους. Συγκεκριμένα, οι λόγοι που μπορούν να οδηγήσουν σε μια τέτοια διαταραχή είναι:

1.Η οικογένεια και το περιβάλλον παίζουν σημαντικό ρόλο στην εμφάνιση της διαταραχής. Η μελέτη των πρώιμων αλληλεπιδράσεων μητέρα – βρέφους και άλλες οικογενειακές αλληλεπιδράσεις είναι ένας από τους άξονες για τη ψυχοδυναμική κατανόηση του συνδρόμου.

2.Η σχέση μητέρας – βρέφους ενοχοποιείται για την αιτιοπαθογένεια της διαταραχής. Τα πρώτα χρόνια η μητέρα απαντά με τροφή σε κάθε συναισθηματική ανάγκη του παιδιού της, με αποτέλεσμα και εκείνο να είναι σε αδυναμία να αναγνωρίσει τις πραγματικές του ανάγκες.

3.Η γενετική επιβάρυνση τίθεται υπό αμφισβήτηση, καθώς είναι δύσκολο να προσδιοριστούν τα υπεύθυνα γονίδια.

4.Όσον αφορά τους νευροβιολογικούς μηχανισμούς, έχουν σημειωθεί σημαντικές πρόοδοι στην κατανόηση σε μοριακό επίπεδο των μηχανισμών που συνδέονται με την παχυσαρκία και κατανάλωση θερμίδων.

Οι επιστημονικές έρευνες έχουν καταρτίσει κάποια διαγνωστικά κριτήρια σύμφωνα με τα οποία κάποιο άτομο ενδέχεται να υποφέρει από ψυχογενή ανορεξία ή βουλιμία:

-Άρνηση του ατόμου να διατηρήσει το βάρος του σώματος στο επίπεδο ή πάνω από το επίπεδο του ελάχιστα φυσιολογικού βάρους για την ηλικία και το ύψος του.

-Έντονος φόβος του ατόμου ότι θα αυξηθεί το βάρος του ή ότι θα παχύνει ακόμη και όταν το βάρος του είναι κάτω από το κανονικό.

-Διαταραγμένη εικόνα σώματος. Διαταραχή του τρόπου με τον οποίο βιώνεται το βάρος, το μέγεθος ή το σχήμα του σώματός του, υπέρμετρη επίδραση του βάρους στην αυτοαξιολόγηση, άρνηση της σοβαρότητας του υπάρχοντος χαμηλού βάρους του σώματος (Το άτομο ισχυρίζεται ότι νιώθει παχύ, ακόμη κι όταν είναι κάτισχνο. Πιστεύει ότι μια περιοχή του σώματος του είναι «πολύ παχιά», ακόμη κι όταν το βάρος της είναι κάτω από το κανονικό).

-Σε γυναίκες, αμηνόρροια, δηλαδή απουσία τουλάχιστον τριών διαδοχικών εμμηνορυσιών, ενώ κανονικά αναμένονταν να συμβούν (πρωτοπαθής ή δευτεροπαθής αμηνόρροια).

Απαιτείται μακρόχρονη ατομική ψυχοθεραπεία με παράλληλη υποστηρικτική ή συμβουλευτική συνεργασία με τους γονείς, αν πρόκειται για παιδί ή έφηβο, οικογενειακή θεραπεία, υποστήριξη για κοινωνική ένταξη και ψυχοφαρμακολογική αγωγή. Από πολυάριθμες μελέτες φαίνεται ότι συνολικά 50% των ανορεκτικών θεραπεύονται, 25% βελτιώνονται αλλά συνεχίζουν να έχουν προβλήματα, και 25% εξακολουθούν να εμφανίζουν σοβαρά προβλήματα. Η θνητότητα ανέρχεται στο 6%.

Οι άνθρωποι πρέπει να γνωρίζουν ποιες είναι οι επιπτώσεις της νευρικής ανορεξίας και επιβάλλεται να μιλάμε γι’ αυτήν την ασθένεια. Είναι υποχρέωση και καθήκον μας.

 

 

Please follow and like us:

Comments

comments