από την Σταυρούλα Τσούτσα

 

ΜΕΡΟΣ ‘

Άντζελα

Νέα Υόρκη 2016

Βγήκε από το καφέ 60 Beans και προχώρησε παράλληλα με τη λεωφόρο Ditmars. Ήταν ήδη βράδυ και ο δρόμος χρωματίζονταν από τις πολύχρωμες, φωτεινές επιγραφές των καταστημάτων. Λίγα μέτρα πιο κάτω, έστριψε στο πρώτο στενό,  ακούμπησε στον πέτρινο τοίχο μιας αυλής, έσκυψε το κεφάλι με τα κόκκινα μαλλιά κι άφησε ελεύθερα τα δάκρυά της να ποτίσουν την γκρίζα άσφαλτο. Ο άντρας που αγαπούσε τρελά, είχε καταφέρει πάλι να τη διαλύσει.

Το είχε καταλάβει από τη φωνή του στο τηλέφωνο, ότι θα της ζητούσε να χωρίσουν. Ήταν παράξενα ήρεμος, όταν της είπε να συναντηθούν, για να συζητήσουν. Υπερβολικά ήρεμος, αν σκεφτεί κανείς ότι δύο μέρες πριν, είχε γίνει έξαλλος, όταν εκείνη είχε τολμήσει σε μια στιγμή αδυναμίας να ψάξει το κινητό του. Από τότε, μέχρι σήμερα το πρωί που τής τηλεφώνησε, δεν απαντούσε στις κλήσεις της. Τον είχε καλέσει πάνω από 30 φορές. Του είχε αφήσει μηνύματα κλαίγοντας και παρακαλώντας να τη συγχωρέσει, για κάτι που έκανε σπρωγμένη από την τρομερή ανασφάλεια που της δημιουργούσε ο ίδιος. Δεν την λυπήθηκε.

Βέβαια το ήξερε και εκείνη ότι δεν πήγαινε άλλο. Δεν άντεχε πια τους καυγάδες, τις φωνές, τις απειλές, που όσο περνούσε ο καιρός συνέβαιναν όλο και συχνότερα. Ούτε και τη μετέπειτα σιωπή του, που κρατούσε για μέρες, μια σιωπή σκληρή, άκαμπτη σα γύψο σε σπασμένο μέλος. Σπασμένη σε κομμάτια ήταν η σχέση τους. Τρία χρόνια, αμφιβολίες, μικρές ή μεγαλύτερες προδοσίες, συγκρούσεις.

Εκείνη να προσπαθεί κάθε φορά να ξαναστήσει μέσα της το είδωλο της αγάπης τους. Κι εκείνος τόσο εύκολα να το ξαναγκρεμίζει. Προκαλούσε άγριους καυγάδες από το τίποτα, λες και το έκανε επίτηδες, για να την κοιτάζει να καταρρέει, χωρίς ίχνος συμπόνοιας, με μια ακαθόριστη λάμψη ηδονής σκαλωμένη στα μάτια του που τις φορές εκείνες έμοιαζαν γυάλινα. Και μετά, όταν εκείνη προσπαθούσε να τον απομακρύνει,  να ξεφύγει από όλο αυτό, ο Κώστας άλλαζε. Γίνονταν γλυκομίλητος, τρυφερός, έβγαζε ένα παράξενο πάθος, την έφερνε πάλι κοντά του, την έκανε να νιώθει μοναδική. Και η Αγγελική, τον πίστευε. Μέχρι την επόμενη φορά.

Τον είχε βρει να κάθεται σε ένα τραπεζάκι δίπλα στην τζαμαρία που έβλεπε στο δρόμο. Ήταν σκυμμένος στο κινητό του. Φαινόταν προσηλωμένος σε αυτό που έκανε. Τον πλησίασε σιωπηλή και μουδιασμένη. Ο Κώστας την πρόσεξε, όταν πια στεκόταν μπροστά του και της έκανε νόημα να καθίσει. Πήγε να τον φιλήσει, μα εκείνος τραβήχτηκε. Κάθισε. Το κακό προαίσθημα που ήδη είχε, άρχισε να φουσκώνει σα μπαλόνι μέσα στο στήθος της και να της κόβει την αναπνοή.

–          Θέλω να σου ζητήσω συγνώμη για όλα, του είπε με φωνή σιγανή. Το ξέρω ότι ζηλεύω πολύ τελευταία, μα φταις κι εσύ.

–          Δεν είναι τελευταία μόνο, Άντζελα. Απλά τελευταία έχεις χάσει τον έλεγχο. Ψάχνεις το κινητό μου, μυρίζεις τα ρούχα μου, ξέρω ότι έψαξες και τον υπολογιστή μου.

–          Δε με βοηθάς να ηρεμήσω, Γκας, εξαφανίζεσαι για ώρες, δεν απαντάς στα τηλέφωνα, σε ρωτάω και δε μου λες ούτε πού είσαι ούτε τι κάνεις.

–          Το σκέφτηκες ποτέ ότι μπορεί να κάνω τη δουλειά μου; Φωτογράφος είμαι, δεν έχω ωράριο και το ξέρεις. Τέλος πάντων, Άντζελα το έχεις καταλάβει και εσύ ότι δεν πάει άλλο.

–          Τι είναι αυτό που λες αγάπη μου, τον ρώτησε κοιτώντας τον στα μάτια. Δεν είναι η πρώτη φορά που μαλώνουμε… Σε παρακαλώ, ψέλλισε πριν την κόψει απότομα.

–          Θέλω όμως να είναι η τελευταία, της απάντησε ήρεμα και παγερά.

Κατάλαβε ότι δεν είχε νόημα να επιμένει εκείνη τη στιγμή. Ήξερε ότι όσο και να παρακαλούσε, ο Κώστας δεν θα υποχωρούσε εκείνη τη στιγμή. Κατέβασε το κεφάλι. Την παρηγορούσε το γεγονός, ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που της ζητούσε να χωρίσουν στα τρία χρόνια της σχέσης τους. Το είχε κάνει κι άλλες φορές, όταν ήθελε να την τρομάξει, να την δει να κλαίει, να παρακαλάει. Την άφηνε να υποφέρει κάποιες μέρες και μετά τής τηλεφωνούσε και επιδίωκε επανασύνδεση.  Όμως πάντα το έκανε πάνω στο θυμό του, μετά από καυγά. Ποτέ έτσι ήρεμος. Ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.

–          Δώσε μου σε παρακαλώ τα κλειδιά από το σπίτι μου, της είπε με φωνή που δεν είχε κανένα συναίσθημα.

Ξεχώρισε τα κλειδιά του από τα δικά της και του τα άφησε πάνω στο ξύλινο τραπεζάκι. Ένιωθε σα χαμένη. Καυτά δάκρυα έψαχναν διέξοδο να ξεχυθούν ορμητικά από τα πράσινα μάτια της. Κράτησε με κόπο τη σύσπαση που ο πόνος ήθελε να ζωγραφίσει στο πρόσωπό της. Χωρίς να του μιλήσει, χωρίς να τον κοιτάξει, με όρθιο το κεφάλι, έφυγε, προσπαθώντας να ανακτήσει την αξιοπρέπειά της που την είχε κουρελιάσει πολλές φορές για χάρη του.

Έφτασε στο σπίτι της,  λίγους δρόμους πιο πάνω. Άνοιξε την πόρτα σκουπίζοντας τα μάτια της. Απέφυγε να συναντήσει τη μητέρα της, πετώντας έναν σύντομο χαιρετισμό και μια δικαιολογία για διάβασμα και μπήκε στο δωμάτιό της. Πέταξε την τσάντα στην άσπρη δερμάτινη πολυθρόνα, παράτησε τα παπούτσια της δίπλα στο ξύλινο τραπεζάκι, πάνω στη γκρι παχιά μοκέτα και απενεργοποίησε το κινητό της.  Ξάπλωσε με τα ρούχα στο κρεββάτι της και έκλεισε τα μάτια της που έκαιγαν από το κλάμα.  Ένιωθε κουρασμένη κι ευχόταν να μπορούσε να κοιμηθεί, για να ηρεμήσει. Την πονούσε η συμπεριφορά του. Τόσο σκληρή, τόσο άδικη. «Αυτό είναι η αγάπη;», σκέφτηκε. Στο τζάμι έπεφτε με δύναμη η βροχή.  Έστρεψε την προσοχή της στον γλυκό, κατευναστικό  της ήχο. Σιγά σιγά καταλάγιασε η τρικυμία μέσα της.

Όμως δεν μπόρεσε να κοιμηθεί. Στριφογύριζε στο κρεββάτι  με τα μάτια κλειστά για ώρα, μέχρι που το πήρε απόφαση.  Άνοιξε τα μάτια της. Το κίτρινο φως της λάμπας του δρόμου έμπαινε από το τζάμι και έριχνε το φως της στο τοίχο απέναντι από το κρεβάτι της. Και τότε την είδε.

Μια γκρίζα σκιά πάνω στο λευκό τοίχο, μεγάλη σαν πιάτο και ακανόνιστη σε σχήμα,  σαν κιτρινίλα σε άσπρο φόρεμα που έχει μείνει στη ντουλάπα αφόρετο για καιρό. Σκέφτηκε πως το φως του δρόμου δημιουργεί περίεργες αντανακλάσεις. Ή πώς το κουρασμένο μυαλό της τής παίζει παιχνίδια. Άναψε το φως. Η σκιά παρέμεινε ακίνητη στη θέση της.

Αναρωτήθηκε πώς και δεν την είχε προσέξει τόσο καιρό. Ήταν τόσο μεγάλη και έντονη. Μήπως ήταν μούχλα; Μα και πάλι πόσο ξαφνικά να βγήκε; Παράξενο!

Πλησίασε και άγγιξε τη σκιά με το χέρι. Δεν έπιασε υγρασία. Μύρισε τον τοίχο. Δεν μύριζε μούχλα. Έφερε από το μπάνιο ένα πανί βρεγμένο με καθαριστικό και άρχισε να τρίβει με μανία το λερωμένο σημείο. Ο τοίχος καθάρισε σχετικά εύκολα. Άνοιξε το παράθυρο να φύγει η βαριά μυρωδιά του καθαριστικού.

Όλη αυτή η διαδικασία της είχε αποσπάσει για λίγο την προσοχή από αυτό που τη βασάνιζε. Για λίγο όμως, γιατί ο πόνος ξαναχτύπησε απρόσκλητος, μόλις ξάπλωσε ξανά στο κρεββάτι της. Όταν η κούραση την είχε πια εξαντλήσει, κοιμήθηκε. Στον ύπνο της έβλεπε ότι έκλαιγε με λυγμούς.

Την άλλη μέρα το πρωί ξύπνησε κακοδιάθετη. Σηκώθηκε, έβγαλε τα χθεσινά ρούχα και κατευθύνθηκε προς το μπάνιο.

Και τότε την είδε ξανά. Η ίδια γκριζοκίτρινη σκιά, στο ίδιο σημείο του τοίχου. Δεν πίστευε στα μάτια της! Πλησίασε άγγιξε τον τοίχο, τον έτριψε. Σκέφτηκε ότι βλέπει όνειρο, ένα από εκείνα τα όνειρα που είναι τόσο ζωντανά που δεν αμφιβάλλεις για την αλήθεια τους. Και που μετά όταν ξυπνάς, έχεις χάσει την αίσθηση του τι είναι πραγματικό και τι όχι.

Προχώρησε στο μπάνιο και έψαξε το ισχυρό καθαριστικό για τη μούχλα. Μούλιασε ένα πανί με μπόλικο υγρό και άρχισε να τρίβει τον τοίχο με σχολαστικότητα. Η σκιά-λεκές είχε εξαφανιστεί. Απομακρύνθηκε και κοίταξε από απόσταση, για να είναι σίγουρη ότι το είχε καθαρίσει καλά. Σκούπισε το σημείο που είχε καθαρίσει με ένα στεγνό χαρτί, για να τραβήξει την υγρασία κι αφού βεβαιώθηκε ότι ο τοίχος ήταν ξανά κατάλευκος, ντύθηκε και πήγε στο μπάνιο να ετοιμαστεί για το πανεπιστήμιο.

Στα 33  της δούλευε στο πανεπιστήμιο και σπούδαζε ακόμη, μόλις είχε τελειώσει το διδακτορικό της στην αμερικανική ιστορία και είχε αρχίσει ένα άλλο στην ιστορία της αμερικάνικης τέχνης. Είχαν προηγηθεί δύο πτυχία και ένα μεταπτυχιακό. Πρόσφατα είχε καταφέρει να γίνει βοηθός καθηγητή στο NYU και όλοι μιλούσαν για μια πολλά υποσχόμενη ακαδημαϊκή καριέρα.

Στην προσωπική της ζωή όμως τα πράγματα ήταν πολύ λιγότερο ελπιδοφόρα. Εδώ και χρόνια είχε μόνο αποτυχημένες σχέσεις με πολλά προβλήματα που έφταναν σε αδιέξοδο ακολουθώντας την ίδια σχεδόν σταθερή πορεία. Δεν μπορούσε να καταλάβει το λόγο. Γιατί της αρνιόταν η ζωή έναν άνθρωπο να την αγαπάει πραγματικά; Γιατί αναλωνόταν σε σχέσεις που ο θάνατός τους είχε δηλωθεί στο ληξιαρχείο από τη στιγμή σχεδόν της γέννησής τους; Σαν να το είχε η μοίρα της να επιλέγει ανθρώπους που δεν της ταίριαζαν, που την απομυζούσαν ψυχικά και την άφηναν κουρέλι να γλύφει τις πληγές. Κι ας της φαινόταν όλα ιδανικά στην αρχή. Αυτό που την πονούσε πιο πολύ ήταν ότι δεν είχε πια ελπίδα. Κάθε φορά που έπεφταν οι τίτλοι του τέλους, εκείνη ένιωθε όλο και πιο πολύ να ξεθωριάζει το όνειρο μιας ευτυχισμένης οικογενειακής ζωής. Σαν χρωματιστό ρούχο βουτηγμένο από λάθος στη χλωρίνη.

Ετοιμαζόταν ακόμη, όταν άκουσε χτυπήματα στην πόρτα της.

–          Άντζελα; Είσαι καλά παιδί μου; ακούστηκε η μητέρα της.

–          Μπες μέσα mammy, της είπε και βγήκε από το μπάνιο, χτενίζοντας τα μακριά μαλλιά της.

–          Τι μυρίζει έτσι; είπε η μητέρα της ρουθουνίζοντας στον αέρα και κάνοντας μια γκριμάτσα αηδίας.

–          Ο τοίχος είχε έναν λεκέ, είπε και έδειξε στη μητέρα της τον τοίχο που είχε μόλις καθαρίσει.

Πάγωσε. Δεν πίστευε στα μάτια της. Η σκιά ήταν πάλι εκεί.

–          Ωραία τον καθάρισες. Δεν έμεινε τίποτα, συνέχισε η μητέρα της.

–          Με κοροιδεύεις, Ma; Δεν βλέπεις το λεκέ στον άσπρο τοίχο; είπε γουρλώνοντας απορημένη τα μάτια.

–          Όχι, παιδί μου, δεν βλέπω τίποτα.

Η Άντζελα έμεινε να κοιτάει τη σκιά. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει δυνατά.

–           Μα τι έχεις; Εσύ χλόμιασες! είπε ανήσυχη η μητέρα της.

–          Καλά είμαι. Είναι που άργησα, και πρέπει να φύγω,  είπε,  ενώ μέσα στο μυαλό της οι σκέψεις διαλύονταν πριν προλάβουν να σχηματιστούν, σα σαπουνόφουσκες που σκάζουν στον αέρα.

Πήρε τη τσάντα της, τα βιβλία της, φίλησε τη μητέρα της και έφυγε.

Σε όλο το δρόμο προσπαθούσε να ηρεμήσει και να σκεφτεί λογικά. Μια σκιά στον τοίχο που εξαφανιζόταν και ξαναέβγαινε λίγα λεπτά αργότερα. Ναι, αυτό θα μπορούσε ίσως να ερμηνευτεί με κάποιον τρόπο. Μια σκιά όμως, που έβλεπε μόνο εκείνη, πώς γίνεται; Η σκέψη αυτή την πανικόβαλε. Πίστεψε πώς έχει παραισθήσεις και ένιωσε να μουδιάζει από το φόβο της. Η τρέλα την τρόμαζε πάντα και όταν τη συναντούσε γύρω της, ένιωθε βαθιά θλίψη. Όχι, σκέφτηκε. Κάτι άλλο συμβαίνει. Δεν μπορεί. Κάποια λογική εξήγηση θα υπάρχει.

Please follow and like us:

Comments

comments