από την Σταυρούλα Τσούτσα

Η Άννα ξύπνησε από τις φωνές. Άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε προς το παράθυρο. Ένα απαλό χρυσαφί φως τρύπωνε από τις σκούρες γρίλιες και έβαφε με φωτεινές σκιές τον απέναντι τοίχο. Είχε ήδη ξημερώσει. Ήταν Κυριακή όμως οι γονείς της ήταν ξύπνιοι από ώρα και ετοιμάζονταν για τις δουλειές τους. Και μάλωναν. Όπως πάντα.

Η Άννα έκλεισε με το μαξιλάρι τα αυτιά της. Δεν άντεχε να ακούει πια. Τουλάχιστον κάποτε μάλωναν μόνο το βράδυ, πίσω από την κλειστή πόρτα της κρεβατοκάμαρας. Τώρα δεν κοιμούνταν πια στο ίδιο κρεββάτι και δεν υπήρχε ώρα που να βρίσκονταν μαζί και να μην σκότωνε με τα λόγια του ο ένας τον άλλον. Μόνο όταν καταλάβαιναν ότι εκείνη ήταν στον ίδιο χώρο, σταματούσαν. Αν το καταλάβαιναν βέβαια. Συνήθως ήταν πολύ απασχολημένοι να μεγαλώνουν το κενό ανάμεσά τους.

Έσκαβαν με μανία, και πετούσαν μεγάλες φτυαριές προσβολών, ανεκπλήρωτων προσδοκιών και προδομένων ονείρων, ο ένας στον άλλον. Κάποτε έμπλεκαν και την ίδια στο παιχνίδι.  «Μόνο για το παιδί μένω» ή «Αν δεν ήταν το παιδί δε θα σε ανεχόμουν ούτε στιγμή». Πόσο πόνο ένιωθε τότε. Δύο άνθρωποι δυστυχισμένοι εξαιτίας της. Αυτή έφταιγε για όλα. Αν δεν υπήρχε εκείνη δε θα υπέφεραν έτσι.

Έσφιξε το μαξιλάρι πιο σφιχτά, να μην περνάει κανένας ήχος, να νιώσει τον βαθύ ήχο της σιωπής, τον είχε τόση ανάγκη. Δάκρυα άρχισαν να κυλάνε καυτά, ανεξέλεγκτα, να ξεπλένουν την πίκρα που γέμισε με γκρίζο χρώμα την ψυχούλα της. Πόσο την είχε κουράσει όλο αυτό. Χρόνια τώρα ένιωθε τον παγωμένο αέρα ανάμεσά τους, έπιανε βλέμματα στο κενό, χείλη σφιγμένα σε ακαθόριστες γκριμάτσες.

Πιο μικρή υπέφερε αφόρητα, όταν έπρεπε να βρεθούν οι τρεις τους μαζί. Προσπαθούσε να τους φέρει κοντά, έβαζε το χέρι του ενός πάνω στο χέρι του άλλου, τους ρωτούσε αν αγαπούσαν ο ένας τον άλλο κι αισθανόταν ανακούφιση, όταν η απάντηση που έπαιρνε ήταν θετική. Μια ανακούφιση για δευτερόλεπτα  λυτρωτική, που όμως γρήγορα έσπαζε σε χίλια κομμάτια, όταν τα χαμόγελα τους πάγωναν πάλι και ο ένας απέφευγε να κοιτάξει τον άλλον. Σταμάτησε να κλαίει, δεν είχε νόημα. Έπρεπε να ηρεμήσει, να το αντέξει όλο αυτό, να κοιτάξει το μέλλον της. Στα δεκατρία της χρόνια η Άννα ένιωθε απελπιστικά μόνη.

Οι φωνές δυνάμωναν όλο και περισσότερο. Ένα «σε σιχάθηκα πια» έσκισε τον αέρα σαν στιλέτο και καρφώθηκε στον τοίχο που η Άννα είχε αρχίσει πια να χτίζει γύρω της. Σκούπισε τα μάτια της και πέταξε τα σκεπάσματα. Σηκώθηκε, ενώ μια δυνατή βαριά αντρική φωνή αντήχησε απειλητική «Αν δεν σκάσεις, θα τα μαζέψω και θα φύγω αυτήν τη στιγμή». Η Άννα φόρεσε τη ζακέτα της, άνοιξε το παράθυρο δίπλα από το κρεββάτι της και με ένα σάλτο πήδηξε έξω, στον κήπο.

Κάθισε στην ξύλινη καρέκλα και  άπλωσε τα πόδια της πάνω στο χαμηλό μεταλλικό τραπεζάκι. Ο κήπος μπροστά της ήταν ντυμένος στα λευκά. Ο χειμώνας είχε τυλίξει τα δέντρα στην κρύα αγκαλιά του, που γυμνά από φύλλα και πασπαλισμένα με χιόνι τουρτούριζαν στο έλεος του παγωμένου αέρα. Το χώμα σκεπασμένο με ένα άσπρο σεντόνι χιονιού λαμπύριζε εκτυφλωτικά στα σημεία που έπεφτε ο ήλιος. Σήκωσε το πρόσωπό της να της το λούσει το φως, είχε ανάγκη να ζεστάνει τη ψυχή της. Παίρνοντας μια βαθιά ανάσα γέμισε τα πνευμόνια της με  κρύο αναζωογονητικό αέρα και χαμογέλασε. Της άρεσε το κρύο, την ξυπνούσε, ένιωθε τη δύναμή του να την πλημμυρίζει και να ξεπλένει τη μελαγχολία από το μυαλό της.

Ένα σύννεφο έκρυψε τον ήλιο και όλα έγιναν μαυρόασπρη φωτογραφία. Η Άννα έβγαλε ένα βαθύ αναστεναγμό και σηκώθηκε να μπει μέσα. Τότε ήταν που το άκουσε. Ένα νιαουρητό, τόσο σιγανό που μόλις ακουγόταν, αδύναμο μα απαιτητικό. Κοίταξε γύρω της μα δεν μπόρεσε να εντοπίσει την πηγή του ήχου. Περπάτησε προς την είσοδο της αυλής τους, κοίταξε πίσω από τα παρτέρια, πάνω στα κλαδιά των δέντρων. Τίποτα. Έψαχνε γύρω της απορημένη, «μα πού μπορεί να είναι;», όταν ξαφνικά της ήρθε μια ιδέα. Βγήκε από τη μεγάλη μεταλλική πόρτα και προχώρησε με γρήγορα βήματα προς τον κάδο των σκουπιδιών. Άνοιξε με κόπο το μεγάλο βαρύ καπάκι και αμέσως μόλις τα κατάφερε, τράβηξε πίσω το κεφάλι της με μια γκριμάτσα αηδίας, καθώς της ήρθε η χαρακτηριστική μυρωδιά των απορριμμάτων.

Το γατάκι άρχισε να νιαουρίζει πιο δυνατά, και η μαύρη σακούλα μέσα στην οποία το είχαν κλείσει χόρευε σε τρελούς ρυθμούς. Η Άννα τράβηξε τη σακούλα έξω, και άρχισε να σκίζει προσεκτικά την πλαστική φυλακή. «Μη φοβάσαι φιλαράκο» του έλεγε, «εγώ θα σε σώσω». Σκέφτηκε την τύχη που θα είχε το άμοιρο ζώο, αν δεν είχε χιονίσει χθες και είχε έρθει πρωί πρωί το απορριμματοφόρο και ανατρίχιασε. Έβγαλε από μέσα από το κομματιασμένο πλαστικό, ένα τόσο δα πλασματάκι, μια μικρή ασπρόμαυρη χνουδωτή μπαλίτσα που έτρεμε από το φόβο και το κρύο και το έβαλε κάτω απ΄τη ζακέτα της, για να το ζεστάνει. Το γατάκι γαντζώθηκε με τα νυχάκια του πάνω στην μπλούζα της κι ακούγοντας τους χτύπους της καρδιάς της ηρέμησε.

«Άννα; Πού πήγες; Φεύγουμε», ακούστηκε η φωνή της μητέρας της από το ανοιχτό παράθυρο του δωματίου της.

Η Άννα πλησίασε βιαστικά στο σπίτι, χωρίς να κάνει τον κόπο να της απαντήσει. Έσφιξε το πολύτιμο εύρημα στον κόρφο της, σκαρφάλωσε στο περβάζι του παραθύρου, μπήκε στο δωμάτιό της και κλείδωσε την πόρτα της.

«Άννα;» η μητέρα της χτύπησε την πόρτα της. «Άκουσες παιδί μου; φεύγουμε με τον μπαμπά».

«Εντάξει, μαμά» απάντησε το κορίτσι «δε θα φύγω από το σπίτι, θα βάλω να φάω το μεσημέρι και θα διαβάσω τα μαθήματά μου. Αυτό δεν ήρθες να μου πεις;»

Η μητέρα της έκανε μία γκριμάτσα απόγνωσης, καθώς σκεφτόταν «αχ αυτή η εφηβεία» πήρε την τσάντα της και τα κλειδιά της από το τραπεζάκι στον διάδρομο και βγήκε από το σπίτι.

Μόλις η Άννα άκουσε την πόρτα να κλείνει πίσω από την μητέρα της, έτρεξε στην κουζίνα, έβαλε λίγο γάλα σε ένα πιάτο και το τοποθέτησε μπροστά από το γατάκι της. Εκείνο άρχισε να τρώει λαίμαργα χώνοντας ολόκληρη τη μουσουδίτσα του μέσα στο πιάτο. Ήταν τόσο χαριτωμένο έτσι που ακούγονταν να καταπίνει βιαστικά το γάλα. Ένα αγχωμένο γκουλπ, γκουλπ, όπως γέμιζε την κοιλίτσα του έφτανε σα μουσική στα αυτιά της Άννας.  Όταν τελείωσε το φαγητό του, έγλειψε τα πατουσάκια του, καθάρισε τα μουστάκια του, πλησίασε την Άννα που το παρακολουθούσε με ενδιαφέρον καθισμένη στο πάτωμα, πήδηξε στην αγκαλιά της και άρχισε να γουργουρίζει ευχαριστημένο.

Αυτό ήταν. Η Άννα το ερωτεύτηκε εκείνη τη στιγμή. Το αγκάλιασε τρυφερά, έβαλε τη μύτη της πάνω στη μουσούδα του και άρχισε να ψάχνει τρόπο, για να το κρατήσει χωρίς να την καταλάβουν. Γιατί το ήξερε καλά. Η μητέρα της δεν ήθελε ζώα στο σπίτι.

«Τα ζώα είναι δέσμευση και απαιτούν πολύ δουλειά» της είχε πει, όταν κάποτε είχε τολμήσει να ζητήσει ένα σκυλάκι, για να το φροντίζει.  «Άσε που δεν αντέχω τη βρωμιά τους και την τρίχα. Και δεν έχω χρόνο για άλλες υποχρεώσεις».

«Μα αν υποσχεθώ ότι εγώ θα το φροντίζω…» είπε παρακλητικά η Άννα.

«Ξέρω, ξέρω, όπως στρώνεις το κρεββάτι σου και όπως βγάζεις τα σκουπίδια», απάντησε με ειρωνικό ύφος η μητέρα της.

« Σε παρακαλώ μαμά είμαι όλη την μέρα μόνη…» κλαψούρισε το κορίτσι σε μια ύστατη προσπάθεια να πείσει την μητέρα της.

«Έλα τώρα Άννα, ξέρεις ότι δεν μπορώ να δουλεύω λιγότερο. Και σταμάτα πια να ζητάς. Αρκετά έχω στο κεφάλι μου». Η μητέρα της έκλεισε τη συζήτηση, γύρισε την πλάτη της στη μικρή και βγήκε από το δωμάτιο.

Το γατάκι κοιμήθηκε στην αγκαλιά της Άννας. Εκείνη, το κρατούσε απαλά, το χάιδευε τρυφερά στο κεφαλάκι του, το μύριζε και το φιλούσε, και έτσι όπως ένιωθε την καρδούλα του να χτυπάει ρυθμικά στο χέρι της, για πρώτη φορά εδώ και καιρό, ένιωσε πως δεν ήταν μόνη.

Μέσα στο δωμάτιό της, δίπλα στο κρεβάτι της, έβαλε ένα άδειο κουτί αρχειοθέτησης, άπλωσε μέσα την πιο μαλακή της ζακέτα και έβαλε το γατάκι της να κοιμηθεί. Βρήκε δύο άδεια κουπάκια από γιαούρτι και έβαλε νερό και γάλα. Έτρεξε στην αποθήκη, βρήκε μια χαμηλή τετράγωνη λεκάνη και τη γέμισε με χώμα από τον κήπο, για να μη χρειάζεται να βγαίνει το γατάκι έξω, όταν κάνει κρύο. Αύριο, γυρνώντας από το σχολείο, θα έπαιρνε τροφή και άμμο. Όταν τα ταχτοποίησε όλα, ξάπλωσε στο κρεβάτι της, δίπλα στον καινούριο της φίλο κι άρχισε να ονειρεύεται.

Θα μπορούσαν να κάνουν τόσα πράγματα μαζί. Θα την περίμενε να γυρίσει από το σχολείο, θα έτρεχε καταπάνω της, θα νιαούριζε χαρούμενο και θα έτρωγαν μαζί το μεσημεριανό τους. Μετά θα διάβαζε καθισμένη κάτω κι εκείνο θα ήταν στην αγκαλιά της, θα γουργούριζε και θα την ηρεμούσε. Τα βράδια του χειμώνα θα το έπαιρνε στο κρεββάτι της, θα έμπαιναν μαζί κάτω από τα παπλώματα και δε θα φοβόταν πια μην ξυπνήσει μέσα στην νύχτα. Το καλοκαίρι θα λιάζονταν μαζί στον κήπο, θα έπαιζαν με μικρές χρωματιστές μπαλίτσες, θα του μάθαινε τόσα κόλπα. Η Άννα ένιωσε την ευτυχία να την τυλίγει γλυκά με το απαλό της πέπλο και να την νανουρίζει τρυφερά. Μέχρι που σκέφτηκε την μητέρα της. Το πέπλο σκίστηκε σε χίλια κομμάτια και η ευτυχία κρύφτηκε βιαστικά πίσω από το κουτί με το μικρό γατάκι.

Δεν έπρεπε να καταλάβει τίποτα εκείνη. Θα έκρυβε καλά το μυστικό της, θα έβρισκε τρόπο να καλύψει το νιαούρισμα, θα έλεγε ότι βλέπει βίντεο στο youtube, θα έκρυβε την άμμο κάτω από το κρεββάτι της δε θα άφηνε το γατάκι να κυκλοφορεί πουθενά αλλού. Άλλωστε οι γονείς της έφευγαν πάντα πριν από εκείνη και γυρνούσαν αργά το βράδυ. Την ρωτούσαν πώς τα πέρασε, αν έφαγε της έλεγαν ένα βιαστικό καληνύχτα και την άφηναν στην ησυχία της. Όλα θα πήγαιναν καλά. Κι όταν το γατάκι μεγάλωνε λίγο, θα το έβγαζε στον κήπο τις ώρες που υπήρχε κίνδυνος να την ανακαλύψουν.

Την άλλη μέρα το πρωί ξύπνησε τόσο μα τόσο χαρούμενη! Το γατάκι κοιμόταν στην αγκαλιά της και μόλις την κατάλαβε πως είναι ξύπνια, τέντωσε τα ποδαράκια του και της πίεσε απαλά το μάγουλο. Η Άννα σηκώθηκε από το κρεβάτι, ετοίμασε γρήγορα τη τσάντα της, πήγε στο μπάνιο και γέμισε με νερό το μπολάκι και το έκρυψε στη γωνία του δωματίου, έχωσε την λεκάνη με το χώμα κάτω από το κρεβάτι και ευτυχισμένη άρχισε να ντύνεται τραγουδώντας. Οι γονείς της  έλειπαν από ώρα. Φεύγοντας για το σχολείο χαιρέτησε με φιλιά και χάδια το φιλαράκι της και του υποσχέθηκε ότι δε θα αργήσει να γυρίσει.

Γυρνώντας από το σχολείο, πέρασε από το σούπερ μάρκετ πήρε άμμο και τροφή σε μικρές συσκευασίες και τα έκρυψε μέσα στην τσάντα της. Το πρωι είχε μιλήσει στη φίλη της τη Σοφία, που ο μπαμπάς της ήταν κτηνίατρος και θα του πάει το γατάκι της με την πρώτη ευκαιρία να το δει. Τότε θα μάθει και αν το γατάκι της είναι θηλυκό ή αρσενικό και θα αποφασίσει το όνομά του. Αν και της αρέσει τόσο πολύ το «φιλαράκο»!

Έφτασε σπίτι, άνοιξε την σιδερένια καγκελόπορτα του κήπου, κοίταξε το γκαράζ και πάγωσε. Το αυτοκίνητο των γονιών της ήταν εκεί. «Γιατί γύρισαν νωρίς; Να πάρει η ευχή! Λες να το βρήκαν;» σκέφτηκε ανήσυχη. Άρχισε να τρέχει προς την είσοδο του σπιτιού, η καρδιά της κόντευε να σπάσει και η αναπνοή της σχημάτιζε ζεστά σήματα καπνού με τον παγωμένο αέρα. Έβαλε με χέρια που έτρεμαν το κλειδί στην κλειδαριά, άνοιξε την πόρτα πέταξε την τσάντα στο χωλ και έτρεξε στο δωμάτιο της. Ο θόρυβος της ηλεκτρικής σκούπας της τρύπησε το κεφάλι. «θέε μου, σκουπίζει». Έσπρωξε την πόρτα του δωματίου της και είδε την μητέρα της ξεμαλλιασμένη να καθαρίζει με μανία. Παπλώματα, μαξιλάρια σεντόνια κείτονταν σε ένα μπερδεμένο σωρό στο πάτωμα, ο ατμοκαθαριστής ήταν στη πρίζα και που και που άφηνε ριπές καυτού ατμού στον αέρα και η σφουγγαρίστρα ξεκουράζονταν στον κουβά λίγο πριν τον άγριο σφουγγάρισμα που θα ακολουθούσε.

«Α εδώ είσαι πουλάκι μου; Εσύ το κουβάλησες το βρωμόγατο μέσα στο σπίτι μου;» της είπε εκείνη  με θυμό μόλις την είδε στην πόρτα.

Η Άννα κούνησε το κεφάλι καταφατικά. Δεν έβγαινε φωνή από το λαρύγγι της. Είχε βουρκώσει. «Πού είναι τώρα;» ψέλλισε.

«Δεν στο έχω πει χίλιες φορές ότι δεν θέλω ζώα μέσα στο σπίτι μου;» ρώτησε με άγριο ύφος η μητέρα. «Τι δεν μπορείς να καταλάβεις;» ρώτησε ανεβάζοντας ακόμη πιο ψηλά τα ντεσιμπέλ της φωνής της , τόσο που ο ήχος πετάχτηκε στον αέρα παράφωνος και τσιριχτός.

«Πού είναι τώρα;» ρώτησε ξανά η Άννα.

«Το βρωμόγατο! Μας γέμισε τρίχες και βρωμιά. Έλα τώρα κυρία μου να καθαρίσεις εσύ.» συνέχισε η μητέρα ουρλιάζοντας πια και ταρακουνώντας την Άννα πιάνοντάς την με μία απότομη κίνηση από το χέρι.

«Πού είναι το γατάκι μου τώρα;» φώναξε με  βαριά σταθερή φωνή η Άννα. «Τι το έκανες;»

«Το έδιωξα! Τι ήθελες να το κάνω;»

«Σε μισώ!» τσίριξε το κορίτσι. «Μου έχεις καταστρέψει τη ζωή. Μεγαλώνω μόνη μου, μαμά, μόνη μου τελείως, ζώντας με δύο φαντάσματα που γίνονται άνθρωποι μόνο για να βγάλουν ο ένας τα μάτια του άλλου. Ή μήπως νομίζεις ότι είμαι κουφή και δεν ακούω; Ή αναίσθητη και δε νιώθω; Ή ότι είμαι χαζή και δεν καταλαβαίνω; Κάθε πρωί αργώ να σηκωθώ, για να έχετε φύγει και να μην ακούω τις φωνές σας, παρακαλώ να γίνει ένα θαύμα και να μην αναγκαστούμε να περάσουμε διακοπές μαζί, γιατί δεν αντέχω την παγωμάρα ανάμεσά σας. Είστε τόσο απασχολημένοι με τα προβλήματά σας που δεν με ρωτήσατε ποτέ πώς νιώθω, τι φοβάμαι, τι ονειρεύομαι. Μόνο αν έφαγα και αν διάβασα σας ενδιαφέρει. Λες και με το φαΐ χορταίνει η καρδιά. ΕΙΜΑΙ ΜΟΝΗ ΜΟΥ! Και βρήκα κάποιον ακόμη πεταμένο στα σκουπίδια να φροντίζω, να θέλω να γυρίζω σπίτι, να έχω κάτι να με γεμίζει. ΚΑΙ ΕΣΥ ΤΟ ΠΕΤΑΞΕΣ. Σε ευχαριστώ μαμά.»

Η μητέρα έμεινε να την κοιτάζει με έκπληξη. Δεν την περίμενε αυτή την εξομολόγηση. Έσκυψε το κεφάλι της, ανίκανη να απαντήσει. Το κορίτσι ξέσπασε σε λυγμούς  και βγήκε στον κήπο.

Η μητέρα της Άννας ένιωσε να ζαλίζεται. Κάθισε στο κρεβάτι και έβαλε το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια. Ο πόνος που ξέφυγε ορμητικός σα χείμαρρος στα λόγια του παιδιού της, την χτύπησε με δύναμη στην καρδιά, της έκοψε την αναπνοή, την ταρακούνησε. Το κορίτσι είχε δίκιο. Ένα παιδί πεταμένο στην άκρη να μεγαλώνει μόνο του δίπλα στους σωρούς των προβλημάτων τους και να σχοινοβατεί αβοήθητο πάνω στο κενό ανάμεσά τους. Κι αυτή να αρνείται να δει την πίκρα μέσα του, τη μοναξιά του. Να προσπαθεί να το κοροϊδέψει με ψεύτικα χαμόγελα, με στημένες στιγμές οικογενειακής θαλπωρής, με δώρα. Σηκώθηκε, φόρεσε τη ζακέτα της και κατευθύνθηκε προς την πόρτα.

Η Άννα έψαχνε με τα μάτια θολά, αλλά με καρφωμένη την ελπίδα πάνω τους, κοιτούσε πάνω στα δέντρα, πίσω από τους θάμνους, το φώναζε «εε φιλαράκο, που είσαι;», έβγαλε την κούπα με το γάλα, μήπως την μυρίσει, πήγε ξανά μέχρι τα σκουπίδια, κοίταξε μέσα στους κάδους, περπάτησε όλα τα σπίτια της γειτονιάς και πήγε και ως τις διπλανές γειτονιές. Όταν κουράστηκε πια, όταν απελπίστηκε εντελώς, όταν η ελπίδα της κύλισε στο χώμα μαζί με τα δάκρυά της, γύρισε πίσω. Κάθισε στην παγωμένη γη, αγκάλιασε με τα χέρια της τα γόνατά της, έσκυψε το κεφάλι της κι άρχισε να κλαίει με όλη τη δύναμη της ψυχής της.

Τότε ήταν που το άκουσε. Ένα σιγανό νιαούρισμα, τόσο γλυκό τόσο γνώριμο. Σήκωσε το κεφάλι της. Δεν πίστευε στα μάτια της.  Η μητέρα της κρατούσε το γατάκι της στην αγκαλιά της. Δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια της και ζωγράφιζαν τα όμορφα μαγούλα της με τα χρώματα της κατανόησης. «Συγνώμη Άννα μου», της είπε και της έβαλε στην αγκαλιά της το μαυρόασπρο χνουδωτό μπαλάκι. Εκείνο πλησίασε το πρόσωπο της Άννας και άρχισε να γλείφει τα δάκρια της με τη βουρτσένια γλωσσίτσα του. Η Άννα το χάιδεψε με λατρεία και χαμογέλασε στην μητέρα της. «Το βρήκα εκεί που το άφησα, λες και σε περίμενε» της είπε εκείνη. «Θέλεις να πάμε να του ψωνίσουμε ό,τι χρειάζεται;» Η Άννα έγνεψε καταφατικά. Σηκώθηκε, πήρε το γατάκι της και το έβαλε στην αγκαλιά της μητέρας της. Ύστερα την αγκάλιασε. «Ευχαριστώ μαμά» της ψιθύρισε.

Έμειναν για λίγο αγκαλιασμένες και έπειτα πιασμένες από το χέρι μπήκαν στο σπίτι τους.

Please follow and like us:

Comments

comments