Από την Ισμήνη Χαρίλα 

Η αξιοκρατία, η ειλικρίνεια και η εντιμότητα είναι ορισμένες από τις αρχές με τις οποίες γαλουχείται κάθε παιδί και θεωρούνται θεμελιώδεις βάσεις μιας υγιούς κοινωνίας.

Τι συμβαίνει όμως όταν το παιδί μεγαλώνει και καλείται να ζήσει σ’ έναν κόσμο όπου όλες οι παραπάνω έννοιες μετατρέπονται σε αόριστους και ανούσιους λεξικογραφικούς όρους; Ο νέος ενήλικας θα παραμείνει πιστός στα ιδανικά του ή θα λοξοδρομήσει και θα ακολουθήσει το παράδειγμα όσων πατούν επί πτωμάτων για να προασπίσουν το προσωπικό τους συμφέρον;

Με αυτό ακριβώς το δίλημμα βρίσκεται αντιμέτωπος ο Άντριου Μάνσον, ο ήρωας στο έργο «Το Κάστρο» του Βρετανού ιατρού και συγγραφέα Άρτσιμπαλντ Τζόζεφ Κρόνιν.

Ο Μάνσον είναι ένας νεαρός που μεγάλωσε ορφανός και αγωνίστηκε με όλες του τις δυνάμεις για να σπουδάσει ιατρική. Δίχως καμιά υποστήριξη και εντελώς μόνος θα προσπαθήσει να ξεκινήσει τη σταδιοδρομία του στα ανθρακωρυχεία της Νότιας Ουαλίας. Από την πρώτη ημέρα που θα φθάσει στην «παράξενη και απομονωμένη πόλη, τη θαμμένη ανάμεσα στα βουνά (…), τη σιωπηλή και κλεισμένη στον εαυτό της κοινότητα», θα συνειδητοποιήσει ότι οι οραματισμοί του για τη δημιουργία ενός ιδανικού κόσμου, θα σταθούν εμπόδιο ακόμα και για την ίδια την επιβίωσή του.

Απογοητευμένος, θα αναρωτηθεί αρκετές φορές εάν πράττει σωστά και θα δυσκολευτεί να εγκλιματιστεί σε αυτό το αρνητικό περιβάλλον που παρεκκλίνει από τα ονειρικά δεδομένα του.

Ως επιστήμονας, θα αντισταθεί στην άγνοια και την αμάθεια, θα απορρίψει τις προκαταλήψεις και θα επιχειρήσει να συνηγορήσει υπέρ των καινοτόμων και πρωτοποριακών μεθόδων. Δυστυχώς όμως ο άτυπος πόλεμός του με ένα διαβρωμένο και διεφθαρμένο σύστημα θα αποδειχθεί άνισος και μάταιος.

Ηττημένος, θα ενσωματωθεί πλέον στους κύκλους που κάποτε περιφρονούσε και απέφευγε και με την ίδια ένταση, που μαχόταν για να κατακτήσει το μέλλον, θα επιδοθεί στο κυνήγι του υλισμού και της δόξας.

Προφυλαγμένος από τους πρώην ιδεολογικούς αντιπάλους του, θα τα καταφέρει, θυσιάζοντας όμως τα όνειρά του και τη σχέση με τη γυναίκα του, που θα του θυμίζει πάντοτε ότι «γίνεται θύμα του ίδιου του συστήματος που κάποτε σιχαινόταν και καταπολεμούσε» και ότι ξέχασε πως γι’ αυτόν η ζωή «ήταν μια επίθεση ενάντια στο άγνωστο, μια εξόρμηση προς τα πάνω – σαν να έπρεπε να κατακτήσει κάποιο ΚΑΣΤΡΟ, που ήξερε ότι βρισκόταν εκεί, μα δεν μπορούσε να το δει».

Η επιθυμία του να μην βιώσει ποτέ ξανά την περιφρόνηση και την απόρριψη των ρομαντικών ιδεών του και η προσδοκία του να είναι εκείνος που θα διατάζει στο μέλλον, θα τον ωθήσουν στην καταστροφή και σ’ ένα νέο Γολγοθά εξαγνισμού και επιστροφής στη Γη της Επαγγελίας.

Με έντονες περιγραφές των λατομείων και των μεταλλείων, ο Κρόνιν αποδίδει στο έργο του την εποχή του Μεσοπολέμου, τη μεταβολή της κοινωνίας και τον διαφορετικό τρόπο ζωής στην πόλη και την επαρχία. Οι δε ιατρικές του γνώσεις συμβάλλουν στην ανάλυση, τον σχολιασμό και την ανάδειξη των προβλημάτων ενός χώρου που, ενώ έχει ως αποστολή την προστασία της ανθρώπινης ζωής, υπονομεύεται από υλιστικά παράσιτα.

Η γραφή του διακρίνεται από έναν ενιαίο ρυθμό που κορυφώνεται στα κατάλληλα σημεία και στη συνέχεια αυξομειώνεται, διατηρώντας τοιουτοτρόπως ασίγαστο το ενδιαφέρον, δίχως να προκαλεί τη βίαιη και άναρχη επίσπευση της ανάγνωσης και επιτρέποντας την ομαλή εξέλιξη της ολοκλήρωσης της ιστορίας.

Εν κατακλείδει, αν και το έργο γράφτηκε το 1930 και διαδραματίζεται στα μέσα της δεκαετίας του 1920, εντούτοις παραμένει πάντοτε σύγχρονο, αφού στα χρόνια που ακολούθησαν και ιδίως στη σημερινή εποχή, οι κυρίαρχοι του συστήματος, που ορίζει την ανθρώπινη δραστηριότητα, καταστρατήγησαν κάθε ηθικό όριο και οι πράξεις τους οδήγησαν στη διαμόρφωση μιας τάξης πραγμάτων που απαιτεί, όσο ποτέ άλλοτε, την αντίσταση όσων εξακολουθούν να πιστεύουν στις υγιείς αξίες και να λειτουργούν με γνώμονα τη συνείδησή τους.

Please follow and like us:

Comments

comments