Γράφει ο Ερμής:

Ήταν φυσιολογικοί οι συλλογισμοί της; Πιότερο ανησυχούσε ότι θα την κατηγορούσαν για την αμέλειά της, παρά για το τι θα ακολουθούσε. Είχε τόσο ανάγκη αυτήν τη δουλειά…

Η Αμαλία, στριμωγμένη δίπλα της έκλαιγε. Η άλλη γραμματέας κοιτούσε το πάτωμα, ενώ οι δικηγόροι, δεμένοι και ανίκανοι να αντιδράσουν, παρέμεναν, φαινομενικά τουλάχιστον, ψύχραιμοι. Ήξερε κανείς ότι βρίσκονταν σε κατάσταση ομηρίας; Είχε ειδοποιηθεί η αστυνομία ή μήπως τα περιπολικά που άκουσε, έσπευδαν σε άλλη υπόθεση;

Πάντως οι άγνωστοι δεν ήταν ληστές. Στο γραφείο δεν φυλάσσονταν χρήματα και δεν υπήρχαν αντικείμενα αξίας. Ασφαλώς το γνώριζαν και οι ίδιοι γιατί απ’ ό,τι είδε, δεν είχαν ανοίξει ούτε ένα συρτάρι, δεν έψαξαν πουθενά. Μήπως ήταν αλλοδαποί; Ούτε μια λέξη δεν είχαν ξεστομίσει από τη στιγμή που εισέβαλλαν. Οι εντολές να καθίσουν ήσυχοι και να μην κουνιούνται, δόθηκαν με νοήματα.

Έπρεπε να συγκρατήσει στη μνήμη της όσα περισσότερα στοιχεία μπορούσε. Αν γλύτωναν, οι αστυνομικοί θα ζητούσαν λεπτομέρειες και τότε έπρεπε να είναι σε θέση να απαντήσει σωστά.

Ήταν συνολικά πέντε άτομα. Φορούσαν μαύρα ρούχα, γάντια, αρβύλες και αλεξίσφαιρα γιλέκα. Τα κεφάλια τους ήταν καλυμμένα με κουκούλες που άφηναν ακάλυπτα μόνο τα μάτια. Εάν τους συναντούσε στον δρόμο, θα νόμιζε ότι ήταν μέλη των Ειδικών Δυνάμεων.

Κινούνταν με άνεση και ευελιξία, σημάδι πως γυμνάζονταν. Με το βλέμμα τους ψηφιοποιούσαν ταχύτατα τον χώρο και είχαν επίγνωση της κυριαρχίας τους στα θύματά τους. Οι δυο από αυτούς τούς φρουρούσαν, ο τρίτος ήλεγχε την κάμερα και την πόρτα, ο τέταρτος τα παράθυρα και ο πέμπτος, που μάλλον ήταν ο αρχηγός, είχε κλειστεί στο γραφείο του αφεντικού της, του κυρίου Κανικαρίδη.

Αν έπρεπε, θα τους σκότωναν δίχως δισταγμό. Δεν είχε καμιά αμφιβολία. Στους γιους της άρεσαν πολύ οι αστυνομικές σειρές και εκείνη τις παρακολουθούσε μαζί τους.

Να έμαθαν τα παιδιά της τι συνέβαινε; Είχαν μεγαλώσει πλέον. Ήταν έφηβοι, αλλά αρκετά ώριμοι σε σύγκριση με συνομηλίκους τους. Πίστευε ότι είχαν τη δυνατότητα να διαχειριστούν περίπλοκες καταστάσεις, όμως πώς θα αντιδρούσαν εάν εκείνη πέθαινε; Πάντοτε ένιωθε ότι της είχαν μεγαλύτερη αδυναμία, από ότι στον πατέρα τους, ίσως γιατί η ίδια είχε το ταλέντο να ακούει χωρίς να σοκάρεται και να συμβουλεύει χωρίς να διατάζει.

Πόσες ώρες βρίσκονταν εκεί; Το ρολόι του τοίχου έδειχνε 8:00 μμ. Οι άγνωστοι μπήκαν στις 5:15 μμ, άρα είχαν περάσει κιόλας τρεις ώρες. Μήπως να αναλάμβανε πρωτοβουλία και να ρωτούσε τουλάχιστον γιατί τους κρατούσαν δέσμιους; Πόσες πιθανότητες υπήρχαν να χειροτέρευε η κατάσταση; Αν αυτή ήταν η τελευταία νύχτα της ζωής της, είχε κάθε δικαίωμά να γνωρίζει τον λόγο.

Πάντοτε δείλιαζε. Είχε εκπαιδευθεί να παραμένει βουβή και να υποτάσσεται στη θέληση των ισχυρών και των εξουσιαστών. Κάποτε όμως όφειλε να υπερβεί την αδυναμία της και να καταπολεμήσει όσα την καταδυνάστευαν. Τα περιθώρια είχαν στενέψει και τούτη η φορά ήταν ενδεχομένως η τελευταία της ευκαιρία. Δεν χρειαζόταν τίποτα περισσότερο από λίγη τόλμη και μια μόνο ερώτηση.

«Τι θέλετε από εμάς;» Οι λέξεις ειπώθηκαν απλά, ξαφνιάζοντας ακόμη και την ίδια που άκουσε τη φωνή της.

Οι άνδρες την κοίταξαν ατάραχοι και η ψυχρότητά τους, αντί να την αποτρέψει, την όπλισε με περισσότερο θάρρος για να συνεχίσει.

«Μιλάτε ελληνικά; Εδώ είναι ένα απλό γραφείο και εμείς υπάλληλοι. Δεν καταλαβαίνω γιατί μας κρατάτε εδώ και θεωρώ ότι είστε υποχρεωμένοι να μας δηλώσετε τον λόγο».

Οι ένοπλοι παρέμεναν ακούνητοι και αμίλητοι. Ο ένας από τους τρεις δικηγόρους δίπλα της, τη συμβούλευσε να σιωπήσει.

«Μυρτώ, σταμάτα. Δεν έχει νόημα. Δυσχεραίνεις τη θέση όλων μας».

Να πάψει; Καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής της ήταν άλαλη και πρόθυμη στη χειραγώγησή της. Ένας άνθρωπος που υποτασσόταν εύκολα δίχως να δημιουργεί προβλήματα. Αλλά αργά ή γρήγορα η ψυχή επαναστατεί και αρνείται πεισματικά να υποδουλώνεται. Αν υποχωρούσε, θα πρόδιδε πάλι τις αξίες της και την εμπιστοσύνη των παιδιών της, που θεωρούσαν ότι είχε το σθένος να διαχειριστεί τις δυσκολίες.

Αγνόησε τη νουθεσία του δικηγόρου. Ο βρεγμένος δεν φοβάται τη βροχή. Τούτη τη φορά θα έπραττε κατά το δοκούν. Ακόμη κι αν έχανε, θα αισθανόταν ήσυχη με τη συνείδησή της, γιατί θα πλήρωνε τα δικά της λάθη και όχι των άλλων.

«Σας έθεσα ένα ερώτημα και αναμένω μια απάντηση», είπε με σταθερή φωνή και κοιτάζοντας κατάματα τον φρουρό τους.

Η πόρτα του γραφείου του κυρίου Κανικαρίδη άνοιξε και ο αρχηγός των ενόπλων εμφανίστηκε.

«Πανάθεμά σε Μυρτώ. Μας έκαψες. Δεν διακρίνεις ποια είναι τα όρια», μουρμούρισε ο δικηγόρος, όσο πιο σιγά μπορούσε για να μην τον ακούσουν.

Ο αρχηγός, ή τουλάχιστον αυτός που εκείνη του προσέδιδε αυτόν τον ρόλο, προχώρησε προς το μέρος τους. Ήταν ψηλός, γεροδεμένος και έμοιαζε γιγάντιος, καθώς τον αντίκριζαν από το πάτωμα. Κρατούσε ένα πακέτο με κομμένα χαρτιά σε ορθογώνιο σχήμα. Πήρε το πρώτο και της το έδειξε. Ήταν δακτυλογραφημένο στα αγγλικά σε υπολογιστή και πρόσταζε:

«Σήκω».

Ο ένας φρουρός την πλησίασε και της έλυσε τα πόδια. Έπειτα την έπιασε από το μπράτσο και τη στήριξε για να σταθεί όρθια.

Ο αρχηγός διάλεξε από το πακέτο δυο ακόμη χαρτάκια. Το πρώτο απευθυνόταν στους συναδέλφους της.

«Αν καθίσετε φρόνιμοι, όλα θα τελειώσουν σύντομα. Αρκεί να τηρήσετε τις εντολές μας».

Το δεύτερο αφορούσε τη Μυρτώ.

«Προχώρα».

Στιγμιαία αισθάνθηκε τις δυνάμεις της να την εγκαταλείπουν, αλλά αντέκρουσε άμεσα κάθε αρνητική σκέψη. Αφού αποφάσισε να παλέψει θα συνέχιζε έως το τέλος, όποιο κι αν ήταν.

Συνεχίζεται……….

Συνταγή της Αμβροσίας: Μασκοφόροι

Υλικά:

20 παντζάρια (μετρίου μεγέθους και βρασμένα)

½ κιλό χταπόδι (βρασμένο και κομμένο σε μικρά κομματάκια)

Λίγη ρόκα (ψιλοκομμένη)

Λίγη κάπαρη

Αλάτι

Πιπέρι

Λάδι

Ξίδι

 

Εκτέλεση:

Κόβουμε το επάνω μέρος από τα παντζάρια και αδειάζουμε το εσωτερικό τους, ώστε να μοιάζουν με μικρές κούπες. Σε μια λεκάνη ανακατεύουμε τα υπόλοιπα υλικά. Γεμίζουμε το εσωτερικό των παντζαριών με το μείγμα και τα τοποθετούμε σε πιατέλα στην οποία έχουμε στρώσει φύλλα μαρουλιού. Κλείνουμε το άνοιγμα κάθε παντζαριού με μια λεπτή φέτα ντομάτας και στολίζουμε με στάλες μαγιονέζας.

 

 

Please follow and like us:

Comments

comments