Γράφει η Ισμήνη Χαρίλα

«Αυτό το βιβλίο (…) είναι η ιστορία μιας περιόδου κατά την οποία οι άνθρωποι βρέθηκαν αντιμέτωποι με την ικανότητα της ανθρωπότητας για συστηματοποιημένη ωμότητα και προσπάθησαν να αντιδράσουν, μια ιστορία τιμωρίας των ενόχων για την οποία τελικά οι άνθρωποι αδιαφόρησαν. Όμως είναι και μια προσωπική ιστορία, εν μέρει οδοιπορικό, εν μέρει έρευνα του παρελθόντος, εν μέρει στοχασμός…».

Με αυτές τις δυο προτάσεις ο Α. Τ. Williams συνοψίζει το έργο του «Οι Μεγάλες Δίκες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου», που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μεταίχμιο και σε μετάφραση της Ελένης Αστερίου.

Στο δεύτερο αυτό βιβλίο του ο συγγραφέας ερευνά και αναλύει τα ιστορικά δεδομένα της παραπομπής σε δίκη των εμπλεκομένων στις θηριωδίες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ως διδάκτωρ της Νομικής και διδάσκων στο Πανεπιστήμιο του Γουόρικ, ο Williams γνωρίζει τόσο τους σκοπέλους της μελέτης του, όσο και τα βασικά σημεία στα οποία οφείλει να εστιάσει. Δεν περιορίζεται μόνο στις αναρίθμητες βιβλιογραφικές πηγές, αλλά ταξιδεύει, επισκέπτεται τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και επιχειρεί να αποκτήσει προσωπική αίσθηση όλων όσων θα καταγράψει.

Η επιστημονική του ιδιότητα συντελεί στην αντικειμενική προσέγγιση των γεγονότων και με λόγο στρωτό, λιτό, λεπτομερειακό, απαλλαγμένο από κάθε εξεζητημένη απόπειρα συγκινησιακής αναγνωστικής έλξης και εξειδικευμένης ορολογίας, παρατηρεί, αναλογίζεται και εμβαθύνει στο σκοτεινό χρονικό του Ολοκαυτώματος.

Παρόλο που το περίγραμμα της επαίσχυντης αυτής περιόδου είναι πλέον γνωστό σε όλους, το συγκεκριμένο έργο παραθέτει σημαντικές αναφορές και τονίζει τη δυσκολία των δικών, αφού επρόκειτο όχι μόνο για την πρώτη φορά που οι νομικοί κλήθηκαν να οριοθετήσουν την έννοια «Εγκλήματα Πολέμου», αλλά κυρίως γιατί κάθε υπόθεση έπρεπε να εκδικαστεί εν μέσω του χάους ανασυγκρότησης μετά την απελευθέρωση και δίχως παρέκκλιση από την ιδεατή πρόθεση των Συμμαχικών Δυνάμεων να διαφοροποιηθούν από τους Ναζιστές και να αποδώσουν δικαιοσύνη με απόλυτη εντιμότητα.

Επιπρόσθετα, εκτός από τα όποια εμπόδια συλλογής αποδείξεων και υπόδειξης των κατηγορουμένων, η παρούσα μελέτη εστιάζει και στη σημασία διεξαγωγής της διαδικασίας με σεβασμό στη δικαιοσύνη, από άτομα που είχαν βιώσει τη φρίκη του πολέμου και είτε άμεσα, είτε έμμεσα τις βαναυσότητες των Γερμανών. Ο Williams, επικεντρωμένος στην αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας, μελετά τις δικογραφίες των υποθέσεων που αφορούσαν όχι μόνο τη Νυρεμβέργη, αλλά και άλλες ίσως λιγότερο γνωστές, όπως αυτή επί παραδείγματι του στρατοπέδου Μπέργκεν – Μπέλσεν, συλλέγει στοιχεία, μαρτυρίες και ιατρικές αναφορές για όσα συνέβαιναν στο Νταχάου, στο Νόυενγκαμε, στο Μπούχενβαλτ και αλλού και αναλύει κάθε πτυχή των πεπραγμένων.

Δίχως ψυχρότητα, επιζητά να κατανοήσει την ψυχολογία των πρωταγωνιστών – είτε βρέθηκαν στη θέση των θυμάτων, είτε των θυτών, είτε των κατηγόρων – και να αποσαφηνίσει ει δυνατόν τη στάση τους.

Το εγχείρημά του είναι μακρόχρονο και ψυχοφθόρο, όμως δεν διστάζει να διεισδύσει στις ανομολόγητες αλήθειες. Δεν στέκεται μονομερώς ως κατήγορος των ενόχων, αλλά ως ερευνητής αναγνωρίζει ακόμη και τα λάθη των Συμμάχων στην εκδίκαση των υποθέσεων. Παράλληλα προχωρά και συσχετίζει τον πόλεμο που διεξήγαγαν οι Γερμανοί με τους σύγχρονους πολέμους στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, τονίζοντας ότι ο παραλογισμός και η άσκοπη βία δεν τελειώνουν ποτέ.

Ο σκεπτόμενος αναγνώστης δύναται επομένως να αντιληφθεί ότι όλα όσα διαδραματίστηκαν τότε, αλλά και σήμερα δεν είναι τελικά παρά ο αυτοκανιβαλισμός της ανθρωπότητας, μέσω της ενσωμάτωσης ορισμένων μελών της σε ιδιότυπα θεσμικά πλαίσια ουσιαστικής αυτοκαταστροφής, αφού κάθε εγκληματική πράξη προς τον συνάνθρωπο καταλήγει πάντοτε στη διάλυση του ενιαίου συνόλου.

Το βιβλίο του Williams υπενθυμίζει λοιπόν σε όλους μας «πόσο κοντά είναι πάντα το μίσος ή η αδιαφορία, πόσο κοντά είναι τα στρατόπεδα» και ποιο είναι τελικά το μερίδιο ευθύνης κάθε γενιάς στο κληρονομικό της αποτύπωμα προς τις επόμενες.

 

Please follow and like us:

Comments

comments