από την Μάρθα Πατλακουτζά.

Μεγάλη Εβδομάδα και φέτος.

Και φέτος αρνείσαι να δεις το χθες. Έχεις περάσει εβδομάδες, που ήταν Μεγάλες για τη Χριστιανοσύνη, αλλά και για σένα.

Ήταν οι βδομάδες που άνθρωποι που αγαπούσες γλίστρησαν σαν νερό μέσα από τα δάχτυλα σου.

Θυμάσαι στα είκοσι σου χρόνια που ο πατέρας σου αρνήθηκε να σας πάει στην Ανάσταση. Λίγο πριν τις δώδεκα το τηλέφωνο χτύπησε. Ο παππούς, ο πατέρας του είχε πάθει εγκεφαλικό. Άρον τον άρον πήρατε το αυτοκίνητο. Άκουσες το «Χριστός Ανέστη» μέσα στο αυτοκίνητο που είχε εγκλωβιστεί έξω από την εκκλησία του χωριού.

«Γιατί μπαμπά;» ρώτησες.

«Κουράστηκα μικρή μου. Είπα φέτος να μην κάνω Ανάσταση. Αλλά να που θέλοντας και μη, είμαι στον δρόμο και γυρεύω λίγο φως».

Θυμάσαι τον Δημήτρη που κάνατε μαζί Ανάσταση στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ. Εκείνος καρφωμένος στο κρεβάτι, παλικάρι δίμετρο κοντά στα είκοσι πέντε, χειρουργημένο και καλωδιωμένο. Λίγο πριν πας στις δώδεκα για να του πεις «Χριστός Ανέστη» οι νοσοκόμες τον κράτησαν να πηδήξει από τον τρίτο.

«Γιατί Δημήτρη μου;» τον ρώτησες.

«Για να αναστηθώ. Έχω πεθάνει και δεν το ξέρεις»

Τρέχοντας κατέβηκες στο ισόγειο. Έψαχνες τρελαμένη για το παρεκκλήσι, για να του ανάψεις τη λαμπάδα του, για να σκορπίσεις το φως στην ψυχή του. Να τον φωτίσει να αντέξει τον Γολγοθά του.

Θυμάσαι τη θεία Μαριώ, που τη μέρα της Ανάστασης κρεμάστηκε στον αχυρώνα. Κάθε δέκα χρόνια έχανε και έναν αγαπημένο της. Πρώτα τον άντρα της, μετά τη δεκατετράχρονη Λαμπρινή της και στο τέλος το παλικάρι της. Της το είχε πει πως δε θα φτάσει τα τριάντα. Το είπε και το έκανε. Και η θεία επέλεξε να φύγει. Για να τους συναντήσει. Ο Δεσπότης μαθαίνοντας για τη ζωή της, έδωσε την άδεια να θαφτεί σε μιαν άκρη. Η μάνα μαυροφορέθηκε μέρα Λαμπρής και κατευόδωσε την αδερφή της.

Θυμάσαι που ήσουν λεχώνα στο πρώτο σου παιδί. Λίγων ημερών το αγγελούδι σου και εσύ καρτερούσες στην πόρτα τη φίλη σου να σου φέρει το φως.

Θυμάσαι τη γιαγιούλα σου, που έφυγε Μεγαλοβδομάδα. Είχε περάσει τα Πάθη του Χριστού στη ζωή της. Και επιτέλους ξεκουράστηκε.

Θυμάσαι πως μιαν άλλη μάνα που γνώρισες αργότερα. Εκείνη λίγα λεπτά πριν από το «Χριστός Ανέστη» έχασε το παλικάρι της. Ήταν 33 χρονών, όσα και τα χρόνια του Χριστού.

Γι’ αυτό σου λέω. Να θυμάσαι και να λες και φέτος «Καλή Ανάσταση».

Γιατί είναι δύσκολο να θυμάσαι αυτούς που έφυγαν.

Να θυμάσαι μόνο το φως. Μόνο αυτό μπορεί να διώξει τα σκοτάδια.

Please follow and like us:

Comments

comments