Του Πάνου Χατζηγεωργιάδη
Μουσικοσυνθέτης, Λογοτέχνης και Δημοσιογράφος

Οι καιροί μας, τα πρώτα χρόνια του 21ου αιώνα, είναι καιροί όπου το έθνος των Ελλήνων  ζεί μια μεταιχμιακή περίοδο, κλείνοντας πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά έναν μεγάλο κύκλο. Το ζήτημα μας φυσικά, δεν είναι εάν κλείνει ένας ακόμη τέτοιου είδους και σοβαρότητας συλλογικής κύκλος, αλλά το ποιός κύκλος  τείνει να ανοίξει, αναφορικά με τις
προτεραιότητες μιάς ολάκερης κοινωνίας , η οποία απο εθνικόν κράτος, μετασχηματίζεται ή έτσι τουλάχιστον δείχνούν τα πράγματα πως προσπαθεί, να μετασχηματισθεί, σε ένα «πολυπολιτισμικό» συνονθύλευμα.

Απο καιρό έχει τεθεί πλέον το καίριο ερώτημα του τι θα πρέπει να πετάξει και τι θα πρέπει να κρατήσει η νεοελληνική κοινωνία, ως αποσκευέςς προς το ταξίδι του μέλλοντος κόσμου, ενώ ένα απο τα προβλήματα της ως κοσμοθεώρηση, πράγμα το οποίον εκ του αποτελέσματος κρίνοντας, μάλλον λειτούργησε ως τροχοπέδη στην αυτοεξέλιξη της, είναι
και η προσκόλληση στο παρελθόν, απώτατο αλλά και πρόσφατο. Προκειμένου να μην παρεξηγηθώ ως προσκόλληση και προγονολαγνεία θεωρώ ουχί βεβαίως την ενασχόληση με τις ρίζες μας και την ιστορία, την  οποία οφείλουμε
να γνωρίζουμε στην ολότητα της, αλλά σε τούτο το στείρο  αναμάσημα του παρελθόντος, το οποίον εκτρέφει τον «νεοελληνικόν εγωισμόν», έναντι των άλλων εθνών.

Πάν μέτρον άριστον και αν το παρελθόν έχει να μας διδάξει, οφείλουμε να το αφουγκραστούμε επαρκώς μη αδιαφορόντας όμως  σε σχέση με τις τρέχουσες γεωπολιτικές, κοινωνικές, πολιτισμικές, κοινωνικές και άλλες
συνθήκες η οποίες συνδιαμορφώνουν την δική μας πραγματικότητα του σήμερα.

Η πάλη η αέναος του επαναπροσδιορισμού της Ελληνικότητος, δεν είναι φαινόμενο του παρόντος χρόνου. Ξεκινά τουλάχιστον απο παλιγγενεσίας και εντεύθεν, με την προσπάθεια μάλιστα αυτή να εντείνεται μέσα στα
πλαίσια του νέου ελληνικού κρατιδίου έπειτα απο τα 1830. «Η Ελλάς αναζητούσα» τον μύθο της ώστε να υπάρξει αναμεταξύ των εθνών γύρισε το βλέμμα είς το παρελθόν των αρχαίων της  χρόνων, μα την ίδια ώρα κατέστη μονομανιακή ως προς την ξενομανία. Ξενομανία η οποία και επήλθε λόγω της ιστορικής ασυνέχειας αναμεταξύ χιλιάδων χρόνων ιστορίας  και του τότε παρόντος κόσμου, ξενομανία η οποία δυστυχώς υπάρχει στον μέγιστο βαθμό και την σήμερον.

Ο αποψινός μου «καλεσμένος εκ του υπερπέραν» δεν χρειάζεται συστάσεις ή μήπως τελικά χρειάζεται;

Είναι ο άνθρωπος ο οποίος λαμβάνοντας μια γενικότερη παιδεία, στρέφεται σαν το ρολόι της μοίρας χτυπά για την συγκεκριμένη στιγμή, στην παράδοση, σκύβει στο ιερό χώμα της πατρίδας και αφουγκράζεται τις φωνές του παρελθόντος κόσμου. Και τούτες  τις φωνές προσπαθεί να μεταφέρει στο χαρτί, φωνές απηχούσες την συλλογική ψυχή. Για αυτό είναι πολύ σημαντικός ο σήμερα περιθωριοποιημένος «Εθνικός ποιητής» μας,  Διονύσιος Σολωμός ο εκ Ζακύνθου.

Διότι εμπόρεσε να συσσωρεύσει σε λίγες γραμμές ενός ποιήματος, ολάκερη την αγωνία, ολόκερο τον πόνο ενός λαού χιλιάδων ετών, για νέους αγώνες, για νέα οράματα, για νέο χυμένο ως χοές αίμα, στον βωμό της ελευθερίας, αξίας πανανθρώπινης. Το άλλο του κομμάτι, εξίσου σημαντικό, το κομμάτι της αγάπης, του έρωτα του ανεκπλήρωτου που
υμνεί, της κοινωνίας αλλά και όσων άλλων θεμάτων θίγει στο έργο του, παραμένει για τους πολλούς στην σκιά. Και παραμένει εκεί διότι το ποιητικό του έργο που τον καταδυκνείει ως «εθνικόν ποιητή» είναι κατά πολύ σπουδαιότερον αναφορικά με το σύνολο.

Ο Διονύσιος Σολωμός, είναι ένα παιδί νόθο που γεννιέται στην πανέμορφή Ζάκυνθο την  «νήσο των ποιητών» στα 1798, καρπός του έρωτα της Αγγελικής Νίκλη και του κόντε Νικολάου Σολωμού. Μένει ορφανός στα δέκα μόλις του χρόνια, μα λόγω του οτι ο πατέρας του τον αναγνώρισε ως τέκνο του και επισήμως, έχει όλα τα μέσα ώστε να μπορέσει να σπουδάσει τα γράμματα και να πορευθεί στην ζωή χωρίς βιοποριστικά προβλήματα, κάτι καθοριστικό ως είναι προφανές για κάποιον ο οποίος η μοίρα του έταξε να ασχοληθεί με την τέχνη.

Πρώτος σταθμός των σπουδών του θα σταθεί η ακμάζουσα ακαδημαικώς Ιταλία, η Βενετία, η Κρεμόνα και η Πάβια, όπου και ολοκληρώνει την νομική σχολή. Αρχικά τα γραπτά του εμφανίζονται στην ιταλική γλώσσα την οποία κατέχει ως μητρική του σχεδόν, μα αργότερα κυρίως έπειτα απο τα 1818 όπου επιστρέφει στο νησί του  και κατόπιν παραινέσεων φίλων θα στραφεί προς την μελέτη της Ελληνικής μας παράδοσης και έτσι αρχίζει να συντάσσει έργα του στα Ελληνικά και κυρίως στην δημοτική γλώσσα, την «γλώσσα του λαού».

Στα 1838, έπειτα απο σχετικές διενέξεις με τον αδελφό του για οικονομικά κυρίως ζητήματα, φεύγει για την Κέρκυρα, νησί πολύ αναπτυγμένο ακαδημαικά και ζεί και συναναστρέφεται εκεί όλη την επτανησιακή αφρόκρεμα των γραμμάτων και των τεχνών, συνεχίζοντας ακατάπαυστα να παράγει λογοτεχνικό έργο, ενώ η πενταετία 1833 – 1838,
θα τον βρεί πρωταγωνιστή χωρίς να το θέλει και πάλι περιουσιακών ζητημάτων με τον ετεροθαλή αδελφό του Μανώλη Λεονταράκη.

Απο το 1847 ως τα 1851, ο Διονύσιος Σολωμός, επιχειρεί και πάλι να συνθέσει είς την Ιταλικήν, αλλά τα πολλά και μεγάλα προβλήματα υγείας του θα τον συνταράξουν και εν τέλλει θα τον προλάβει ο θάνατος στις 21 Νοεμβρίου του 1851. Αμέσως  με την είδηση αυτή, κυρύσσεται γενικό πένθος  και όλοι έχουν πλέον αντιληφθεί απο τότε πως εχάθει μια σημαντική φωνή των υπό γέννεση και διαμόρφωση νεοελληνικών μας γραμμάτων. Τ α οστά του μεταφέρονται στην αγαπημένη του Ζάκυνθο το 1865.

Οι προσωπικές του επιλογές ή καμιά φορά αυτό που αναφέρω οι επιλογές της μοίρας που εκείνη κάνει να μοιάζουν για δικές μας, δεν του επέτρεψαν να παντρευτεί.

Σε δύο γραμμές τούτα είναι εν συντόμω τα βιογραφικά στοιχεία της κατά σάρκαν παρουσίας του Διονυσίου Σολωμού επί γης. Συνηθίζω να γράφω και να υποστηρίζω πως όλα τούτα καμιά σημασία δεν έχουν όπως και καμιά σημασία δεν έχει η δική μας μοναδική ύπαρξη εάν και εφόσον δεν υπηρετεί ένα γενικότερο σύνολο. Και αυτό υπήρξε και για εμένα αλλά και έτσι θα πρέπει να θεωρηθεί ο Σολωμός.

Ένας υπηρέτης της συλλογικής ψυχής  σταλμένος απο αλλού, ώστε να υμνήσει και να δώσει θάρρος στους αγωνιζόμενους  Έλληνες, τούτος ο συλλέκτης των προγονικών επιταγών, τούτος ο  υμνητής του ιδεατού, σήμερα δυστυχώς παραμένει απαξιωμένος απο τον «πνευματικό κόσμο» της χώρας, μα θεωρώ πως ο κάθε αγών ποτέ δεν πηγαίνει χωρίς αξία και πως λίαν συντόμως ο κόσμος ολάκερος και όχι μόνον η Ελλάδα, αναπροσαρμόζοντας την πορεία εν τω βίω, θα αφουγκραστεί εκ  νέου ότι και εκείνος ημπόρεσε στα λίγα χρόνια της ζώης του να νιώσει και να μεταδώσει σε ένα κομμάτι χαρτί, κάτι που δεν είναι άλλο από την συλλογική ψυχή η οποία αναζητά τον ανώτερο άνθρωπο.

Please follow and like us:

Comments

comments